Γαλλικά » Γερμανικά

tôt [to] ΕΠΊΡ

1. tôt (de bonne heure):

2. tôt (à une date ou une heure avancée):

couche-tôt [kuʃto] ΟΥΣ mf inv

lève-tôt [lɛvto] ΟΥΣ mf inv

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文