Γαλλικά » Γερμανικά

I . propre1 [pʀɔpʀ] ΕΠΊΘ

1. propre (opp: sale):

2. propre (soigné):

5. propre (non polluant):

Ιδιώματα:

II . propre1 [pʀɔpʀ] ΟΥΣ m

I . propre2 [pʀɔpʀ] ΕΠΊΘ

1. propre antéposé (à soi):

II . propre2 [pʀɔpʀ] ΟΥΣ m

3. propre (propriété):

propre-à-rien <propres-à-rien> [pʀɔpʀaʀjɛ͂] ΟΥΣ mf

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文