Γερμανικά » Γαλλικά

I . sehen <sieht, sah, gesehen> [ˈzeːən] ΡΉΜΑ trans

II . sehen <sieht, sah, gesehen> [ˈzeːən] ΡΉΜΑ intr

3. sehen (besuchen):

4. sehen (nachschauen):

5. sehen DIAL (achten):

6. sehen (herausragen):

Ιδιώματα:

sieh[e] da!
tiens !

III . sehen <sieht, sah, gesehen> [ˈzeːən] ΡΉΜΑ αυτο

Sehen <-s; kein Pl.> ΟΥΣ nt

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文