Γαλλικά » Γερμανικά

Français(e) <pl Français, -aises> [fʀɑ͂sɛ, ɛz] ΟΥΣ m(f)

franco-français(e) [fʀɑ͂cofʀɑ͂sɛ, ɛz] ΕΠΊΘ

1. franco-français (entre deux groupes de français):

2. franco-français fam (franchouillard):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文