Γαλλικά » Γερμανικά

I . rire1 [ʀiʀ] ΡΉΜΑ intr

1. rire (opp: pleurer):

laisse(z)-moi rire! iron

2. rire (se moquer):

3. rire (s'amuser):

4. rire (plaisanter):

5. rire (exprimer la gaieté):

Ιδιώματα:

echt? fam

II . rire1 [ʀiʀ] ΡΉΜΑ αυτο

1. rire (se jouer de):

2. rire littér (se moquer de):

rire2 [ʀiʀ] ΟΥΣ m

2. rire (hilarité):

I . pince-sans-rire [pɛ͂ssɑ͂ʀiʀ] ΟΥΣ mf inv

II . pince-sans-rire [pɛ͂ssɑ͂ʀiʀ] ΕΠΊΘ inv

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文