Γερμανικά » Γαλλικά

I . bestimmt ΕΠΊΘ

1. bestimmt (speziell, genau genannt):

précis(e)

3. bestimmt GRAM:

défini(e)

4. bestimmt (entschieden):

II . bestimmen* ΡΉΜΑ intr

1. bestimmen (befehlen):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文