στο λεξικό PONS
hold·ing [ˈhəʊldɪŋ, αμερικ ˈhoʊld-] ΟΥΣ
1. holding (tenure):
2. holding usu pl (stocks):
I. ac·count [əˈkaʊnt] ΟΥΣ
1. account (description):
2. account ΔΙΑΔ (user account):
3. account (with a bank):
4. account (credit):
5. account (bill):
6. account ΟΙΚΟΝ (records):
7. account ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:
8. account (customer):
9. account no pl (consideration):
10. account (reason):
11. account no pl τυπικ (importance):
13. account ΝΟΜ:
ιδιωτισμοί:
II. ac·count [əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ
III. ac·count [əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. account (explain):
2. account (locate):
3. account (make up):
4. account (bill):
-
- etw mit einberechnen
account ΟΥΣ
-
- ≈ Forderungskonto ουδ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
SDR holdings account ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
holding
| I | account |
|---|---|
| you | account |
| he/she/it | accounts |
| we | account |
| you | account |
| they | account |
| I | accounted |
|---|---|
| you | accounted |
| he/she/it | accounted |
| we | accounted |
| you | accounted |
| they | accounted |
| I | have | accounted |
|---|---|---|
| you | have | accounted |
| he/she/it | has | accounted |
| we | have | accounted |
| you | have | accounted |
| they | have | accounted |
| I | had | accounted |
|---|---|---|
| you | had | accounted |
| he/she/it | had | accounted |
| we | had | accounted |
| you | had | accounted |
| they | had | accounted |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- SD
- SDA
- SDAX
- SDI
- SDLP
- SDR holdings account
- SDRs
- SDR valuation
- SDR valuation basket
- SDS
- SE