Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

preparo
Zahlungsbedingungen

στο λεξικό PONS

ˈpay·ment terms ΟΥΣ πλ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. term [tɜ:m, αμερικ tɜ:rm] ΟΥΣ

1. term:

Semester ουδ <-s, ->
Trimester ουδ <-s, ->

2. term (set duration of job):

Amtszeit θηλ <-, -en>
Amtsperiode θηλ <-, -n>
Amtszeit θηλ <-, -en>

3. term (period of sentence):

Haftdauer θηλ <-> kein pl
Gefängnisstrafe θηλ <-, -n>

4. term ΟΙΚΟΝ τυπικ (duration of contract):

Laufzeit θηλ <-, -en>
Dauer θηλ <->
Vertragslaufzeit θηλ <-, -en>

5. term no pl (anticipated date of birth):

Geburtstermin αρσ <-s, -e>
Schwangerschaft θηλ <-, -en>

6. term (range):

Dauer θηλ <->

7. term (phrase):

Ausdruck αρσ <-(e)s, -drü·cke>
Schimpfwort ουδ <-(e)s, -wörter>
Kosewort ουδ <-(e)s, -wörter>
Gattungsbegriff αρσ <-(e)s, -e>
Rechtsbegriff αρσ <-(e)s, -e>
Fachausdruck αρσ <-(e)s, -drücke>

II. term [tɜ:m, αμερικ tɜ:rm] ΡΉΜΑ μεταβ

to term sb [as] sth
jdn als etw bezeichnen
to term sb [as] sth
jdn etw nennen

terms [tɜ:mz, αμερικ tɜ:rmz] ΟΥΣ πλ

on favourable [or αμερικ favorable]terms

ιδιωτισμοί:

sich αιτ mit etw δοτ abfinden
sich αιτ mit jdm einigen
in terms of sth, in ... terms (as)
als etw
was etw δοτ angeht

pay·ment [ˈpeɪmənt] ΟΥΣ

1. payment (sum):

Zahlung θηλ <-, -en>
payment μτφ
Lohn αρσ <-(e)s, Lö̱h·ne>
payment μτφ
Vergütung θηλ <-, -en>
back payment of wages
back payment of overcharged amount
Rückzahlung θηλ <-, -en>
one-off payment βρετ
payment in kind ΕΜΠΌΡ
Sachleistung θηλ <-, -en>
Naturallohn αρσ <-(e)s, -löhne>

2. payment (act of paying):

Begleichung θηλ <-, -en>
Bezahlung θηλ <-> kein pl
Fälligkeitstag αρσ <-(e)s, -e>
Καταχώριση OpenDict

term ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

term ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

terms ΟΥΣ

in terms of sth
in terms of sth
in terms of sth
in Bezug auf etw (akk)
Καταχώριση OpenDict

terms ΟΥΣ

in terms of sth
in terms of sth
im Sinne von etw (dat)
Καταχώριση OpenDict

terms ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

payment ΟΥΣ

proof of payment ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Beschleunigungszahlung θηλ ευφημ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

payment terms ΟΥΣ handel

special payment term ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

term ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ, ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Laufzeit θηλ

terms ΟΥΣ pl

in terms of value ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

terms ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Konditionen θηλ πλ

terms ΟΥΣ pl

in terms of balance sheet policy ΛΟΓΙΣΤ

terms ΟΥΣ pl

in terms of monetary policy ΚΡΆΤΟς

payment ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Abrechnung θηλ

payment ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Kassa θηλ

payment ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Vergütung θηλ

payment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

payment ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

term ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

term ΟΥΣ

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

terms of ˈpay·ment ΟΥΣ ΕΜΠΌΡ

Present
Iterm
youterm
he/she/itterms
weterm
youterm
theyterm
Past
Itermed
youtermed
he/she/ittermed
wetermed
youtermed
theytermed
Present Perfect
Ihavetermed
youhavetermed
he/she/ithastermed
wehavetermed
youhavetermed
theyhavetermed
Past Perfect
Ihadtermed
youhadtermed
he/she/ithadtermed
wehadtermed
youhadtermed
theyhadtermed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The payment terms are different in each realm.
en.wikipedia.org
Criteria for allowable demurrage, payment conditions, and payment terms for demurrage are typically prenegotiated and accepted by the vendor via contract prior to conduct of business.
en.wikipedia.org
Information like payment terms, quality level per item or contract length are possible to be requested during the bidding process.
en.wikipedia.org
On the other hand, supplier financing can enable buyers to extend their payment terms with the injection of third party capital.
en.wikipedia.org
The commissioners were also instructed to refuse loans, but to be flexible in the arrangement of payment terms for financial matters.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "payment terms" σε άλλες γλώσσες