Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

börsenmäßig
pregnancy

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Schwan·ger·schaft <-, -en> ΟΥΣ θηλ ΙΑΤΡ

Schwangerschaft
eine eingebildete Schwangerschaft
eine ungewollte Schwangerschaft
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Schwangerschaft θηλ <-, -en>
gestation of humans
Schwangerschaft θηλ <-, -en>
ektopische Schwangerschaft ειδικ ορολ
Abtreibung θηλ in fortgeschrittenem Stadium der Schwangerschaft
Schwangerschaft θηλ vor der Ehe
Abtreibung θηλ im fortgeschrittenen Stadium der Schwangerschaft
eine Schwangerschaft abbrechen

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

letztes Drittel (einer Schwangerschaft)
zweites Drittel (einer Schwangerschaft)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Als der Verdacht aufkam, die Frauen würden eine Schwangerschaft nutzen, um in die Heimat zurückzukommen, wurde diese Praxis wieder ausgesetzt.
de.wikipedia.org
Bei Kindern mit thanatophorer Dysplasie fallen in der Schwangerschaft oben genannte spezifische Wachstumsstörungen auf, eventuell auch ein Kleeblattschädel und eine ausgeprägte Nackentransparenz.
de.wikipedia.org
Seit dem Sommer 2020 pausiert sie aufgrund ihrer Schwangerschaft.
de.wikipedia.org
Nach der Bestimmung des Rötelntiters kann eventuell vor der Schwangerschaft eine Impfung durchgeführt werden, da eine Infektion während der Schwangerschaft (Rötelnembryofetopathie) zu Fehlbildungen führen kann.
de.wikipedia.org
Zudem ist der hohe Eisengehalt wertvoll bei Eisenmangelanämie und während der Schwangerschaft.
de.wikipedia.org