Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

quack’
Handwerkszeug

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

stock-in-ˈtrade ΟΥΣ no pl

1. stock-in-trade (tools of trade):

Handwerkszeug ουδ <-(e)s> kein pl
stock-in-trade μτφ
Rüstzeug ουδ <-(e)s, -e>

2. stock-in-trade (goods):

Warenbestand αρσ <-(e)s, -stände>
Sortiment ουδ <-(e)s, -e>

3. stock-in-trade μτφ (typical characteristic):

Eigenart θηλ <-, -en>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Vor·rats·ver··gen <-s, -> ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Wa·ren·vor·rat <-(e)s, -räte> ΟΥΣ αρσ ΕΜΠΌΡ

Brot <-[e]s, -e> [bro:t] ΟΥΣ ουδ

1. Brot:

bread no πλ

2. Brot:

3. Brot (Arbeit, Unterhalt):

sich δοτ sein Brot [als etw] verdienen
to earn one's living [or χιουμ daily bread] [as sth]

ιδιωτισμοί:

wes Brot ich ess', des Lied ich sing' παροιμ
wes Brot ich ess', des Lied ich sing' παροιμ
he who pays the piper calls the tune παροιμ

Mensch2 <-[e]s, -er> [ˈmɛnʃ] ΟΥΣ ουδ απαρχ νοτιογερμ μειωτ

female μειωτ
madam μειωτ
slut μειωτ

Mensch1 <-en, -en> [ˈmɛnʃ] ΟΥΣ αρσ

1. Mensch (menschliches Lebewesen):

man no πλ, no άρθ
man no πλ, no άρθ

2. Mensch (Person):

Menschen πλ
people πλ

3. Mensch (die Menschheit):

man no πλ, no άρθ
mankind ενικ, no άρθ
des Menschen Sohn ΘΡΗΣΚ

ιδιωτισμοί:

wow! οικ
cor [blimey]! οικ
der Mensch denkt, Gott lenkt παροιμ
man proposes, God disposes παροιμ
wie der erste [o. letzte] Mensch οικ
man does not live by bread alone παροιμ
Mensch Meier! αργκ
wow! οικ
Mensch Meier! αργκ
gosh! οικ
Mensch Meier! αργκ
good grief! οικ
can you believe it! οικ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

stock-in-trade ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Vorräte αρσ πλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Vorräte ΟΥΣ αρσ πλ ΛΟΓΙΣΤ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The company's traditional stock-in-trade, hand-drawn cartoons, have in recent years felt quaintly outmoded.
www.independent.co.uk
The move had a severe impact on small retailers who rely heavily on cash payments for their stock-in-trade needs.
www.moneycontrol.com
It is an essential part of their stock-in-trade to pretend to be what they are not.
www.dailymail.co.uk
Neurosis and dysfunction are the stock-in-trade of the people who make us laugh our own troubles away.
www.theglobeandmail.com
His stock-in-trade was musical adventure stories.
en.wikipedia.org