Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Montagnes
soldi per le spese personali

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

spending money [βρετ, αμερικ spɛndɪŋ ˈməni] ΟΥΣ

paghetta θηλ
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
spend money
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. spend [βρετ spɛnd, αμερικ spɛnd] ΟΥΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ

spese θηλ πλ

II. spend <παρελθ/μετ παρακειμ spent> [βρετ spɛnd, αμερικ spɛnd] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spend (pay out):

spend salary
spend money

2. spend time:

3. spend (exhaust):

spend ammunition
spend energy, resources

III. spend <παρελθ/μετ παρακειμ spent> [βρετ spɛnd, αμερικ spɛnd] ΡΉΜΑ αμετάβ

IV. to spend itself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

to spend itself <παρελθ/μετ παρακειμ spent> storm:

spending [βρετ ˈspɛndɪŋ, αμερικ ˈspɛndɪŋ] ΟΥΣ U

spesa θηλ
spese θηλ πλ

I. money [βρετ ˈmʌni, αμερικ ˈməni] ΟΥΣ

1. money (coins, notes):

soldi αρσ πλ
denaro αρσ

2. money (funds):

soldi αρσ πλ
to make money person:
to make money business, project:
they made a lot of money when they sold the house before ουσ matters, problems, worries

3. money (in banking, on stock exchange):

capitale αρσ
moneta θηλ

4. money (salary):

stipendio αρσ

5. money (price):

prezzo αρσ

6. money (wealth):

ricchezza θηλ

II. monies, moneys ΟΥΣ

monies,moneys npl:

fondi αρσ
somme θηλ

III. money [βρετ ˈmʌni, αμερικ ˈməni]

στο λεξικό PONS

spending money ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. spend <spent, spent> [spend] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spend money:

2. spend time:

3. spend (use up):

II. spend <spent, spent> [spend] ΡΉΜΑ αμετάβ

spending ΟΥΣ

spese θηλ pl

money [ˈmʌ·ni] ΟΥΣ

denaro αρσ
soldi αρσ pl

ιδιωτισμοί:

money is the root of all evil παροιμ
money doesn't grow on trees παροιμ
i soldi non piovono dal cielo παροιμ
money talks παροιμ
il denaro apre tutte le porte παροιμ
Present
Ispend
youspend
he/she/itspends
wespend
youspend
theyspend
Past
Ispent
youspent
he/she/itspent
wespent
youspent
theyspent
Present Perfect
Ihavespent
youhavespent
he/she/ithasspent
wehavespent
youhavespent
theyhavespent
Past Perfect
Ihadspent
youhadspent
he/she/ithadspent
wehadspent
youhadspent
theyhadspent

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

His father gave him 100 yen a month spending money, at a time when twenty yen was enough to enjoy a very comfortable life-style.
en.wikipedia.org
They used an old pickup truck to earn extra spending money in high school.
en.wikipedia.org
Mingy, the curmudgeonly money-keeper who resists spending money for fancying up the village is also outlawed.
en.wikipedia.org
Wealth can be used both negatively (by withholding money) and positively (by advancing/spending money).
en.wikipedia.org
Spending money on particular goods or services after making a decision not to, or having a desire not to, is also compulsive spending.
en.wikipedia.org