Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

işittire
argent de poche

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

spending money ΟΥΣ

argent αρσ de poche
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
spend money, salary
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. spend [βρετ spɛnd, αμερικ spɛnd] ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

frais αρσ πλ

II. spend <απλ παρελθ, μετ παρακειμ spent> [βρετ spɛnd, αμερικ spɛnd] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spend (pay out):

spend money, salary

2. spend time:

3. spend (exhaust):

spend ammunition, energy, resources

III. spend <απλ παρελθ, μετ παρακειμ spent> [βρετ spɛnd, αμερικ spɛnd] ΡΉΜΑ αμετάβ

IV. to spend itself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

to spend itself αυτοπ ρήμα < απλ παρελθ, μετ παρακειμ spent> storm:

spending [βρετ ˈspɛndɪŋ, αμερικ ˈspɛndɪŋ] ΟΥΣ U

dépenses θηλ πλ
achats αρσ πλ sur carte de crédit

I. money [βρετ ˈmʌni, αμερικ ˈməni] ΟΥΣ

1. money (coins, notes):

argent αρσ

2. money (funds):

argent αρσ
they made a lot of money when they sold the house προσδιορ matters, problems, worries

3. money (in banking, on stock exchange):

argent αρσ
monnaie θηλ
capitaux αρσ πλ

4. money (salary):

salaire αρσ

5. money (price):

prix αρσ

6. money (wealth):

argent αρσ
fortune θηλ

II. monies, moneys ΟΥΣ

monies,moneys ουσ πλ:

fonds αρσ πλ
capitaux αρσ πλ
sommes θηλ πλ

III. money [βρετ ˈmʌni, αμερικ ˈməni]

à mon avis

στο λεξικό PONS

spending money ΟΥΣ

argent αρσ de poche
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
spend money
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. spend <spent, spent> [spend] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spend (pay out):

spend money

2. spend (pass time):

spend time, night

II. spend <spent, spent> [spend] ΡΉΜΑ αμετάβ

III. spend [spend] ΟΥΣ βρετ

spending ΟΥΣ no πλ

dépense θηλ

money [ˈmʌni] ΟΥΣ no πλ

argent αρσ
to put money on sb/sth doing sth
parier que qn/qc fera qc

ιδιωτισμοί:

to be money for jam βρετ
money doesn't grow on trees παροιμ
l'argent ne tombe pas du ciel παροιμ
être plein aux as οικ
money talks παροιμ
l'argent est roi παροιμ
στο λεξικό PONS

spending money ΟΥΣ

argent αρσ de poche
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
spend money
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. spend <spent, spent> [spend] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spend (pay out):

spend money

2. spend (pass):

spend time, night

II. spend <spent, spent> [spend] ΡΉΜΑ αμετάβ

spending ΟΥΣ

dépense θηλ

money [ˈmʌn·i] ΟΥΣ

argent αρσ
to put money on sb/sth doing sth
parier que qn/qc fera qc

ιδιωτισμοί:

money doesn't grow on trees παροιμ
l'argent ne tombe pas du ciel παροιμ
être plein aux as οικ
money talks παροιμ
l'argent est roi παροιμ
Present
Ispend
youspend
he/she/itspends
wespend
youspend
theyspend
Past
Ispent
youspent
he/she/itspent
wespent
youspent
theyspent
Present Perfect
Ihavespent
youhavespent
he/she/ithasspent
wehavespent
youhavespent
theyhavespent
Past Perfect
Ihadspent
youhadspent
he/she/ithadspent
wehadspent
youhadspent
theyhadspent

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Workers began buying alcohol to drink outdoors in areas such as plazas or parks instead of spending money in a bar or club.
en.wikipedia.org
For example again and again spending on football pools is denounced as are other ways of spending money and leisure time.
en.wikipedia.org
The top prize was 21,000 miles of travel and 600 spending money.
en.wikipedia.org
This skill continued to provide him with spending money during his student years.
en.wikipedia.org
His father gave him 100 yen a month spending money, at a time when twenty yen was enough to enjoy a very comfortable life-style.
en.wikipedia.org