Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: honoraire , honorer , honorable , monorail , déshonorant , hongrois , honneur , honnir , hongre , déshonorer και honorabilité

II . honoraire [ɔnɔʀɛʀ] ΟΥΣ αρσ πλ

I . honorer [ɔnɔʀe] ΡΉΜΑ μεταβ

4. honorer (célébrer):

6. honorer ΕΜΠΌΡ:

II . honorer [ɔnɔʀe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

I . monorail [mɔnoʀɑj] ΟΥΣ αρσ

II . monorail [mɔnoʀɑj] ΕΠΊΘ αμετάβλ

déshonorant(e) [dezɔnɔʀɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

honorabilité [ɔnɔʀabilite] ΟΥΣ θηλ

I . déshonorer [dezɔnɔʀe] ΡΉΜΑ μεταβ

2. déshonorer (défigurer):

II . déshonorer [dezɔnɔʀe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

I . hongre [ˊɔ͂gʀ] ΕΠΊΘ

II . hongre [ˊɔ͂gʀ] ΟΥΣ αρσ

Wallach αρσ

honnir

honnir → mal

Βλέπε και: mal , mal

mal2 <maux> [mal, mo] ΟΥΣ αρσ

1. mal a. ΘΡΗΣΚ:

das Böse χωρίς πλ

6. mal (calamité, inconvénient):

mal
Übel ουδ

7. mal sans πλ (peine):

mal
Mühe θηλ
sich δοτ irrsinnige Mühe geben etw zu tun οικ

8. mal sans πλ (dégât, désagrément):

mal
Schaden αρσ

I . mal1 [mal] ΕΠΊΡΡ

3. mal (pas dans le bon ordre, de la bonne façon):

4. mal (pas dans de bonnes conditions):

5. mal (de manière immorale):

6. mal (de manière inconvenante):

8. mal (de manière défavorable):

être mal vu(e)

9. mal (en se vexant, fâchant):

honneur [ɔnœʀ] ΟΥΣ αρσ

5. honneur ΤΡΆΠ:

hongrois [ˊɔ͂gʀwa] ΟΥΣ αρσ

Βλέπε και: allemand , allemand

allemand(e) [almɑ͂, ɑ͂d] ΕΠΊΘ

1. allemand langue, mot, expression:

binnendeutsch ειδικ ορολ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina