Γαλλικά » Γερμανικά

mot [mo] ΟΥΣ m

4. mot (parole mémorable):

mot
Wort nt
mot

Ιδιώματα:

Bonmot nt
à demi mot
keinen Ton [o. Pieps fam] sagen
mot à mot

demi-mot <demi-mots> [d(ə)mimo] ΟΥΣ m

mot-clé <mots-clés> [mokle] ΟΥΣ m

mot-valise <mots-valises> [movaliz] ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文