Γερμανικά » Γαλλικά

Denke <-, -n> ΟΥΣ f fam

I . denken <dachte, gedacht> [ˈdɛŋkən] ΡΉΜΑ intr

5. denken (sich vorstellen):

6. denken (sich erinnern):

penser à qn/qc

8. denken (im Sinn haben):

Freund-Feind-Denken ΟΥΣ nt

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文