Γαλλικά » Γερμανικά

II . peu [pø] ΑΝΤΩΝ indéf

1. peu (peu de personnes):

peu

2. peu (peu de choses):

peu

à-peu-près <pl à-peu-près> [apøpʀɛ] ΟΥΣ m

1. à-peu-près (approximation):

2. à-peu-près (travail peu soigné):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文