Γαλλικά » Γερμανικά

I . tirer [tiʀe] ΡΉΜΑ trans

2. tirer (tracter):

5. tirer (aspirer):

7. tirer (toucher, tuer):

9. tirer (prendre au hasard):

15. tirer PHOT:

16. tirer ART, TYP:

17. tirer (transvaser):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文