Γαλλικά » Γερμανικά

trop [tʀo] ΕΠΊΡ

4. trop fam (beaucoup, extrêmement):

trop-perçu <trop-perçus> [tʀopɛʀsy] ΟΥΣ m

trop-plein <trop-pleins> [tʀoplɛ͂] ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文