Γερμανικά » Γαλλικά

I . tun <tut, tat, getan> [tuːn] ΡΉΜΑ trans

2. tun (arbeiten, erledigen):

3. tun fam (legen, stecken):

6. tun fam (funktionieren):

7. tun fam (ausreichen):

8. tun euph fam (Geschlechtsverkehr haben):

II . tun <tut, tat, getan> [tuːn] ΡΉΜΑ αυτο

IV . tun <tut, tat, getan> [tuːn] ΡΉΜΑ aux modal

1. tun (als Hervorhebung):

2. tun DIAL (als Ausdruck einer Möglichkeit):

Tun <-s; kein Pl.> ΟΥΣ nt

Tun
actes mpl

Ιδιώματα:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文