Γαλλικά » Γερμανικά

mémé [meme] ΟΥΣ f fam

1. mémé enfantin (grand-mère):

Oma f

2. mémé péj (femme d'un certain âge):

[alte] Oma

II . vous-même <vous-mêmes> [vumɛm] ΑΝΤΩΝ pers, forme de politesse

2. vous-même (toi de politesse aussi):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文