Γαλλικά » Γερμανικά

I . valoir [valwaʀ] ΡΉΜΑ intr

2. valoir fam (peser financièrement):

6. valoir (vanter les mérites de):

9. valoir (être mauvais, méchant):

à-valoir m, avance f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文