Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

schändliche
Cœur qui saigne

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

bleeding heart ΟΥΣ

1. bleeding heart ΒΟΤ:

cœur-de-Marie αρσ

2. bleeding heart μτφ, μειωτ:

cœur αρσ sensible μειωτ
προσδιορ a bleeding heart liberal μειωτ
libéral/-e αρσ/θηλ au cœur sensible
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. bleed <απλ παρελθ, μετ παρακειμ bled> [βρετ bliːd, αμερικ blid] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bleed ΙΑΤΡ:

2. bleed μτφ:

to bleed sb for sth
soutirer qc à qn

3. bleed ΤΕΧΝΟΛ:

bleed radiator

4. bleed ΤΥΠΟΓΡ:

II. bleed <απλ παρελθ, μετ παρακειμ bled> [βρετ bliːd, αμερικ blid] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. bleed:

2. bleed μτφ:

my heart bleeds! ειρων

3. bleed tree, plant:

4. bleed colour, dye:

5. bleed ΤΥΠΟΓΡ:

I. bleeding [βρετ ˈbliːdɪŋ, αμερικ ˈblidɪŋ] ΟΥΣ

1. bleeding U:

saignement αρσ

2. bleeding (deliberate):

saignée θηλ

II. bleeding [βρετ ˈbliːdɪŋ, αμερικ ˈblidɪŋ] ΕΠΊΘ

1. bleeding:

bleeding wound
bleeding corpse, victim
bleeding hand, leg etc

2. bleeding βρετ αργκ:

cette foutue voiture! αργκ
bougre de con! αργκ

III. bleeding [βρετ ˈbliːdɪŋ, αμερικ ˈblidɪŋ] ΕΠΊΡΡ βρετ αργκ

I. heart [βρετ hɑːt, αμερικ hɑrt] ΟΥΣ

1. heart ΑΝΑΤ (of human, animal):

cœur αρσ
his heart stopped beating κυριολ, μτφ
in the shape of a heart προσδιορ patient, specialist, operation
in the shape of a heart muscle, valve, wall
in the shape of a heart surgery

2. heart (site of emotion, love, sorrow etc):

cœur αρσ
to break sb's heart
se briser le cœur (over sb pour qn)
the way to sb's heart

3. heart (innermost feelings, nature):

cœur αρσ
+ υποτ in my heart (of hearts)
my heart is not in sth/doing sth

4. heart (capacity for pity, love etc):

cœur αρσ

5. heart (courage):

courage αρσ

6. heart (middle, centre):

cœur αρσ

7. heart (in cards):

cœur αρσ

8. heart (of artichoke, lettuce, cabbage, celery):

cœur αρσ

II. by heart ΕΠΊΡΡ

III. -hearted ΣΎΝΘ

IV. heart [βρετ hɑːt, αμερικ hɑrt]

home is where the heart is παροιμ

στο λεξικό PONS

I. bleed <bled, bled> [bli:d] ΡΉΜΑ αμετάβ

II. bleed <bled, bled> [bli:d] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bleed ΙΣΤΟΡΊΑ:

2. bleed ΤΕΧΝΟΛ, ΑΥΤΟΚ:

I. bleeding ΟΥΣ

saignement αρσ

II. bleeding ΕΠΊΘ βρετ χυδ

III. bleeding ΕΠΊΡΡ βρετ χυδ

heart [hɑ:t, αμερικ hɑ:rt] ΟΥΣ

heart a. μτφ:

cœur αρσ

ιδιωτισμοί:

one's heart is in one's boots βρετ οικ
στο λεξικό PONS

I. bleed <bled, bled> [blid] ΡΉΜΑ αμετάβ

II. bleed <bled, bled> [blid] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bleed ΙΣΤΟΡΊΑ:

2. bleed ΤΕΧΝΟΛ, ΑΥΤΟΚ:

bleeding ΟΥΣ

saignement αρσ

heart [hart] ΟΥΣ

heart a. μτφ:

cœur αρσ

ιδιωτισμοί:

Present
Ibleed
youbleed
he/she/itbleeds
webleed
youbleed
theybleed
Past
Ibled
youbled
he/she/itbled
webled
youbled
theybled
Present Perfect
Ihavebled
youhavebled
he/she/ithasbled
wehavebled
youhavebled
theyhavebled
Past Perfect
Ihadbled
youhadbled
he/she/ithadbled
wehadbled
youhadbled
theyhadbled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It really is a turning point where this sort of grand sound comes out through this ballad that is a bleeding heart for the record.
en.wikipedia.org
I must tell you with a bleeding heart that you have succeeded in separating my husband from me after nearly twenty-two years of marriage.
en.wikipedia.org
A look at his new cabinet - where the hard right mingles with bleeding heart moderates - is surely a sign that detente is possible.
www.smh.com.au