στο λεξικό PONS
I. sin·gle [ˈsɪŋgl̩] ΕΠΊΘ αμετάβλ
1. single προσδιορ (one only):
2. single (having one part):
3. single αμετάβλ (unmarried):
4. single αμετάβλ (raising child alone):
II. sin·gle [ˈsɪŋgl̩] ΟΥΣ
1. single βρετ, αυστραλ (one-way ticket):
2. single (one-unit dollar note):
-
- Eindollarnote θηλ
5. single (single measure of drink):
6. single (single room):
sinˈgle-ˈgen·der ΕΠΊΘ αμετάβλ
sin·gle-ˈfig·ure ΕΠΊΘ αμετάβλ
sin·gle-ˈori·gin ΕΠΊΘ
single out ΡΉΜΑ μεταβ
sin·gle ˈtick·et ΟΥΣ βρετ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
single (unit) valuation ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
-
- Einzelbewertung θηλ
single amount ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
-
- Einzelbetrag αρσ
single currency ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
single invoice ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
single price ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
-
- Einheitspreis αρσ
single investment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
single bill ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
-
- Einzelrechnung θηλ
single family house ΟΥΣ ΑΚΊΝ
single-period model ΟΥΣ CTRL
European single currency ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
single ΕΠΊΘ
single family house, single family home αμερικ ΟΥΣ
single-person household ΟΥΣ
single household, one-person household
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
single ovary
single-stranded DNA, single-strand DNA ΟΥΣ
single nucleotide polymorphism (SNP) [ˈsɪŋɡlˈnjuːkliətaɪdˌpɒlɪˈmɔːfɪzm] ΟΥΣ
-
- SNP (Punktmutationen, in denen sich zwei Allele unterschieden)
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
single level ΥΠΟΔΟΜΉ
single carriageway ΥΠΟΔΟΜΉ
single purpose road ΥΠΟΔΟΜΉ
single file traffic traffic flow, ΥΠΟΔΟΜΉ
single lane traffic traffic flow, ΥΠΟΔΟΜΉ
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
| I | single |
|---|---|
| you | single |
| he/she/it | singles |
| we | single |
| you | single |
| they | single |
| I | singled |
|---|---|
| you | singled |
| he/she/it | singled |
| we | singled |
| you | singled |
| they | singled |
| I | have | singled |
|---|---|---|
| you | have | singled |
| he/she/it | has | singled |
| we | have | singled |
| you | have | singled |
| they | have | singled |
| I | had | singled |
|---|---|---|
| you | had | singled |
| he/she/it | had | singled |
| we | had | singled |
| you | had | singled |
| they | had | singled |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.