Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sébruiter
Kleinunternehmen

στο λεξικό PONS

small ˈbusi·ness ΟΥΣ

Kleingewerbe ουδ <-s, ->
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. busi·ness <pl -es> [ˈbɪznɪs] ΟΥΣ

1. business no pl (commerce):

Handel αρσ <-s>

2. business no pl:

Geschäft ουδ <-(e)s, -e>
Umsatz αρσ <-es, -sätze>

3. business (profession):

Branche θηλ <-, -n>

4. business (company):

Unternehmen ουδ <-s, ->
Firma θηλ <-, -men>
Betrieb αρσ <-(e)s, -e>

5. business no pl οικ:

Angelegenheit θηλ <-, -en>
Angelegenheit θηλ <-, -en>
Sache θηλ <-, -n>
see [or go] about your business οικ
sich δοτ etw zur Aufgabe machen

6. business no pl:

7. business no pl (process):

mit etw δοτ weitermachen

8. business βρετ (affairs discussed):

9. business απαρχ χιουμ:

Geschäftigkeit θηλ <->
Emsigkeit θηλ <->

ιδιωτισμοί:

to be the business βρετ αργκ
Spitze sein οικ
to do one's business ευφημ (person)
austreten ευφημ
to do one's business ευφημ (person)
to do the business βρετ αργκ
es treiben αργκ
to do the business βρετ αργκ
ganz toll οικ
ganz arg weh tun οικ
business before pleasure παροιμ
to be business as usual παροιμ

II. busi·ness <pl -es> [ˈbɪznɪs] ΟΥΣ modifier

business (account, letter, meeting, partner):

I. small [smɔ:l, αμερικ also smɑ:l] ΕΠΊΘ

1. small (not large):

klein <kleiner, am kleinsten>
small craft ΝΑΥΣ
Kleinstadt θηλ <-, -städte>

2. small (young):

klein <kleiner, am kleinsten>
Kleinkind ουδ <-(e)s, -er>

3. small (insignificant):

klein <kleiner, am kleinsten>
jdn niedermachen οικ

4. small (on a limited scale):

klein <kleiner, am kleinsten>
Kleinanleger(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>

5. small ΤΥΠΟΓΡ:

Kleinbuchstabe αρσ <-n(s), -n>

ιδιωτισμοί:

it's a small world! παροιμ

II. small [smɔ:l, αμερικ also smɑ:l] ΟΥΣ no pl

the small of the [or one's] back ΑΝΑΤ, ΖΩΟΛ

III. small [smɔ:l, αμερικ also smɑ:l] ΕΠΊΡΡ

small think, plan:

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

small business ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

small business entrepreneur ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Kleingewerbetreibende(r) θηλ(αρσ)

business with small to medium-sized firms ΟΥΣ ΤΜΉΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

business ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Gewerbe ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A childminder is the owner/operator of a small business, a nanny is an employee.
en.wikipedia.org
The school was still a small business school, who was still only known on a local level.
en.wikipedia.org
Small business is developing rapidly due to the city's economic growth.
en.wikipedia.org
The people earn their livings through small level forming and small business.
en.wikipedia.org
She is a freelance presenter specialising in personal finance and small business.
en.wikipedia.org