Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

schau
Stores

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ge·schäft <-[e]s, -e> [gəˈʃɛft] ΟΥΣ ουδ

1. Geschäft:

αμερικ usu store

2. Geschäft (Gewerbe, Handel):

[mit jdm] Geschäfte machen
[mit jdm] Geschäfte machen (Handel betreiben)
to do a deal [with sb]
[mit jdm] Geschäfte machen (Handel betreiben)
mit etw δοτ Geschäfte machen
to trade in sth
mit etw δοτ Geschäfte machen (Handel mit etw betreiben)
to do a deal in sth
für jdn die Geschäfte führen
wie gehen die Geschäfte?
to know one's onions [or stuff] οικ

3. Geschäft (Geschäftsabschluss):

to do [or bes. αμερικ make] a deal
to do a deal [with sb]

4. Geschäft ιδιωμ (Firma):

5. Geschäft ιδιωμ (große, mühsame Arbeit):

job οικ
job and a half οικ

6. Geschäft (Angelegenheit):

ιδιωτισμοί:

kleines/großes Geschäft παιδ γλώσσ
number one/number two παιδ γλώσσ
kleines/großes Geschäft παιδ γλώσσ
pee/big job χυδ [or pooh] [or αμερικ poop]
to do a job βρετ χυδ
to go to the toilet ευφημ

Zug-um-Zug-Ge·schäft <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ ΝΟΜ

In-sich-Ge·schäft <-(e)s, -e> ΟΥΣ θηλ ΝΟΜ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Geschäfte abklappern
sich αιτ in jds Geschäfte/Unterhaltung einmischen
Öffnung θηλ der Geschäfte am Sonntag
bilanzwirksame Geschäfte pl
Geschäfte abwickeln [o. abschließen]

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

bilanzunwirksame Geschäfte phrase ΛΟΓΙΣΤ

bilanzunwirksame Geschäfte

bilanzwirksame Geschäfte phrase ΛΟΓΙΣΤ

bilanzwirksame Geschäfte

zinsbezogene Geschäfte phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

zinsbezogene Geschäfte

CIF-Geschäft ΟΥΣ ουδ ΕΜΠΌΡ

derivatives Geschäft phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

IPO-Geschäft ΟΥΣ ουδ ΤΜΉΜ

Arbitrage-Geschäft ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Swap-Geschäft ΟΥΣ ουδ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
bilanzunwirksame Geschäfte ουδ πλ
bilanzwirksame Geschäfte ουδ πλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Kredithöhe war begrenzt und die Abwicklung der Geschäfte nur über die Unternehmen, die an der Bank beteiligt waren, minimierten das Risiko.
de.wikipedia.org
Hier sind seitdem diverse Geschäfte, die Bücherei, ein Hallenbad und die Bezirksverwaltung ansässig.
de.wikipedia.org
Ursprünglich waren ebenerdig Arkaden vorhanden, wo nun Geschäfte und Gastronomie zu finden ist.
de.wikipedia.org
Sie führt die laufenden Geschäfte der Stiftung und ist im Innenverhältnis an die Weisungen des Stiftungsrats gebunden.
de.wikipedia.org
In der Wirtschaft und im rechtlichen Bereich ist Publizität die Pflicht von Unternehmen, ihre Geschäfte, Erfolge und grundsätzliche Entwicklung offenzulegen (siehe Publizitätsprinzip).
de.wikipedia.org