Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

a-
Haupt-

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. prin·ci·pal [ˈprɪn(t)səpəl] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

1. principal (most important):

principal
principal
principal character ΚΙΝΗΜ, ΘΈΑΤ
Hauptdarsteller(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
principal character ΛΟΓΟΤ
principal character ΛΟΓΟΤ
Hauptfigur θηλ <-, -en>
principal export
principal ingredient
Hauptbestandteil αρσ <-(e)s, -e>
principal reason
Hauptgrund αρσ <-(e)s, -gründe>
one of the principal towns

2. principal ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

principal (original sum)
principal (original amount of a loan)
Darlehenssumme θηλ <-, -n>
principal amount/investment
Kapitalbetrag αρσ /-anlage θηλ

3. principal (law of agency):

principal
Auftraggeber(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

II. prin·ci·pal [ˈprɪn(t)səpəl] ΟΥΣ

1. principal αμερικ, αυστραλ:

principal (head person) in a school
Direktor(in) αρσ (θηλ) <-s, -to̱·ren>
principal (head person) in a school
Schulleiter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
principal (head person) in a school
Rektor(in) αρσ (θηλ) <-s, -o̱ren> CH
principal in a company
Vorgesetzte(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
principal in a company
Chef(in) αρσ (θηλ) <-s, -s>
principal in a play
Hauptdarsteller(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
principal in an orchestra
Solist(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
principal (duellist)
Duellant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Hauptschuldige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

2. principal (client of lawyer):

principal
Klient(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
principal
Mandant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>

3. principal usu ενικ:

principal (of investment)
principal (of loan)

4. principal ΟΙΚΟΝ:

principal

prin·ci·pal ˈclause ΟΥΣ

principal clause
Hauptsatz αρσ <-es, -sätze>

prin·ci·pal ˈboy ΟΥΣ βρετ ΘΈΑΤ

principal boy

prin·ci·pal ˈbank ΟΥΣ

principal bank
Hausbank θηλ <-, -en>
Καταχώριση OpenDict

principal investigator

Καταχώριση OpenDict

principal component analysis, PCA ΟΥΣ

principal component analysis, PCA ΜΑΘ
Καταχώριση OpenDict

principal ideal domain, PID ΟΥΣ

principal ideal domain, PID ΜΑΘ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
principal
principal
principal

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

principal ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

principal

principal ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Principal αρσ
Prinzipal αρσ

principal bank ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

principal bank
Hausbank θηλ

principal administration ΟΥΣ ΤΜΉΜ

principal administration

principal claim ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

principal claim

principal amount ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Nennbetrag αρσ
Nennwert αρσ

principal amount ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

principal amount

principal debtor ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

principal debtor

principal debt ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

principal debt

interest on principal ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

interest on principal

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

principal [ˈprɪnsəpl] ΟΥΣ

principal

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

interest on principal
principal [or starring]role
Hauptrolle θηλ <-, -n>
principal amount/investment
Kapitalbetrag αρσ /-anlage θηλ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The principal asks what he did; he reluctantly repeats the story to a supposedly understanding principal, but the result is the same.
en.wikipedia.org
The principal hall inside measures 40by 24, and is high.
en.wikipedia.org
In 2002, its first female principal was appointed.
en.wikipedia.org
During the early part of the 19th century, logging was the principal commercial activity in the area.
en.wikipedia.org
Her principal thesis is that we are aged by culture.
en.wikipedia.org