Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

E
nominal value

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Nenn·wert <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ

1. Nennwert ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

Nennwert
über/unter dem Nennwert
zum Nennwert
zum Nennwert

2. Nennwert ΧΡΗΜΑΤΟΠ (von Währung):

Nennwert
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Nennwert αρσ <-(e)s, -e>
Nennwert αρσ <-(e)s, -e>
zum/über/unter Nennwert
Nennwert αρσ <-(e)s, -e>
über dem Nennwert
unter Nennwert
zum Nennwert
zum Nennwert kündigen
Kurs gleich Nennwert
Nennwert αρσ <-(e)s, -e>
Nennwert αρσ <-(e)s, -e>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Nennwert ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Nennwert αρσ
Nennwert αρσ
Nennwert αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

zum Nennwert
zum Nennwert

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Nennwerte eines Kursmünzensatzes entsprechen den im jeweiligen Land zu der Zeit erforderlichen Beträgen, die unter Umständen auch ungewöhnlich sein können.
de.wikipedia.org
Unter seinem Management stiegen diese rapide und hatten innerhalb weniger Monate ihren Nennwert wieder erreicht.
de.wikipedia.org
Deshalb unterliegt die Differenz zwischen dem Kaufpreis der Beteiligungsrechte und deren Nennwert der Verrechnungssteuer und beim veräußernden Aktionär auch der Einkommensteuer.
de.wikipedia.org
Nur wenn der Bonitätsspread im Fixingtermin dem Bonitätsrisiko entspricht, notiert die Anleihe zum Nennwert.
de.wikipedia.org
Diese Arten von Gutscheinen können beim Online-Shopping eingegeben werden, und man bekommt die entsprechenden Nennwerte für die Bestellung gutgeschrieben.
de.wikipedia.org