στο λεξικό PONS
agent [ˈeɪʤənt] ΟΥΣ
1. agent:
2. agent (of a secret service):
- agent
- Agent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
- agent
-
- enemy agent
-
- secret [or undercover]agent
-
- secret [or undercover]agent
-
3. agent (substance):
4. agent (one that acts):
5. agent (force):
6. agent ΝΟΜ:
agent ΟΥΣ
- agent ΝΟΜ
-
ˈrais·ing agent ΟΥΣ
- raising agent
-
- raising agent
- Backtriebmittel ουδ
agent pro·vo·ca·teur <pl agents provocateurs> [ˌæʒɑ͂:prəvɒkəˈtɜ:ʳ, αμερικ ˌɑ:ʒɑ͂:proʊvɑ:kəˈtɜ:r] ΟΥΣ
- agent provocateur
-
- agent provocateur
-
lit·er·ary ˈagent ΟΥΣ
- literary agent
-
ˈclear·ing agent ΟΥΣ ΧΗΜ
- clearing agent
- Klärmittel ουδ
sepa·ra·ting agent [sepəreɪtɪŋ-ˈ, αμερικ -əreɪt-] ΟΥΣ ΧΗΜ
- separating agent
- Trennmittel ουδ
- separating agent
- Scheidemittel ουδ
bright·en·ing agent [ˈbraɪtənɪŋ-] ΟΥΣ ΧΗΜ
- brightening agent
-
ˈpa·tent agent ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ
- patent agent
-
le·gal ˈagent ΟΥΣ
- legal agent
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
subscription agent ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
- subscription agent
- Bezugsstelle θηλ
fiscal agent ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
- fiscal agent (Kreditvermittler)
- Fiskalagent αρσ
- fiscal agent (Kreditvermittler)
- Fiscal Agent αρσ
commercial agent ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
- commercial agent
- Agent αρσ
placing agent ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Placing Agent αρσ
agent account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
- agent account
-
mercantile agent ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
- mercantile agent
-
paying agent ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Zahlstelle θηλ
settlement agent ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
- settlement agent (bei der Europäischen Zentralbank: Stelle, die den Saldenausgleich steuert)
-
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
transforming agent ΟΥΣ
cooling agent ΟΥΣ
- cooling agent
-
flocculating agent
- flocculating agent
-
oxidising agent [ˈɒksɪdaɪzɪŋˌeɪdʒnt] ΟΥΣ (reactant that becomes reduced)
- oxidising agent
- Oxidationsmittel (der Ausgangsstoff, der reduziert wird)
reducing agent ΟΥΣ
coagulant (agent) [kəʊˈæɡjʊləntˌeɪʤənt]
- coagulant (agent)
-
precipitation agent dispensing installation ΟΥΣ
pollinator, pollination agent ΟΥΣ
-
- Bestäuber (Überträger des Pollens)
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.