Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Anglikanische
[commercial ] business

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ge·wer·be <-s, -> [gəˈvɛrbə] ΟΥΣ ουδ

Gewerbe
Gewerbe
Gewerbe (Handwerk, Handel)
ein Gewerbe anmelden
ein Gewerbe [be]treiben [o. ausüben]
das älteste Gewerbe [der Welt] χιουμ, das horizontale Gewerbe χιουμ
das horizontale Gewerbe χιουμ οικ
produzierendes Gewerbe ΟΙΚΟΝ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Gewerbe ουδ <-s, ->
ein Gewerbe betreiben

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Gewerbe ΟΥΣ ουδ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Gewerbe
Gewerbe
Gewerbe

verarbeitendes Gewerbe phrase ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

produzierendes Gewerbe phrase ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Gewerbe ουδ
Gewerbe ουδ
verarbeitendes Gewerbe ουδ
produzierendes Gewerbe ουδ
Gewerbe ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Das verarbeitende Gewerbe ist ein großer Wirtschaftsbereich der Stadt.
de.wikipedia.org
Das Lenkwerk beherbergt heute aber auch Gewerbe- und Veranstaltungsflächen sowie ein Restaurant.
de.wikipedia.org
Gewerbe- Industriegebiete gibt es zwei an der Zahl.
de.wikipedia.org
In der Stadt waren 2010 insgesamt 2.208 sozialversicherungspflichtig Beschäftigte erfasst, davon entfielen 896 auf den Wirtschaftsbereich Bergbau und verarbeitendes Gewerbe.
de.wikipedia.org
Der Steinbruchindustrie folgten andere Gewerbe, wie Walzwerke, Brauereien und Mälzereien, sowie Kerzen und Seifenhersteller.
de.wikipedia.org