στο λεξικό PONS
I. pas·sive [ˈpæsɪv] ΟΥΣ no pl ΓΛΩΣΣ
II. pas·sive [ˈpæsɪv] ΕΠΊΘ
1. passive (inactive):
3. passive (submissive):
4. passive αμετάβλ ΓΛΩΣΣ:
pas·sive re·ˈsist·ance ΟΥΣ no pl
pas·siv·ity [pæsˈɪvəti, αμερικ -ət̬i] ΟΥΣ no pl
im·pas·sive [ɪmˈpæsɪv] ΕΠΊΘ
pas·sive·ly [ˈpæsɪvli] ΕΠΊΡΡ
-
- passiv
I. pass·ing [ˈpɑ:sɪŋ, αμερικ ˈpæs-] ΕΠΊΘ προσδιορ
1. passing αμετάβλ (going past):
2. passing (fleeting):
3. passing (casual):
II. pass·ing [ˈpɑ:sɪŋ, αμερικ ˈpæs-] ΟΥΣ no pl
1. passing (death):
2. passing (end):
3. passing (going by):
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
passive country ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
passive financial planning ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
assign ΡΉΜΑ μεταβ ΤΜΉΜ
assign ΡΉΜΑ μεταβ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
classic fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
pari passu clause ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
lessivé ΟΥΣ
Massif Central [ˌmæsiːfsɑ̃ːnˈtrɑːl] ΟΥΣ
Rheinish Massif [ˈrenɪʃmæsˈiːf], Rhenish Slate Range ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
passive immunisation
air-passage ΟΥΣ
fish pass, fish passage, fish ladder ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
no overtaking βρετ, no passing αμερικ ΥΠΟΔΟΜΉ
no overtaking zone βρετ, no passing zone αμερικ ΥΠΟΔΟΜΉ
passing ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
passing bay ΥΠΟΔΟΜΉ
preferred passage time
passage detector ΥΠΟΔΟΜΉ
passing sight distance αμερικ ΟΔ ΑΣΦ
bypass road, by pass road
bypass, by pass land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.