Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

U
passiv

στο λεξικό PONS

I. pas·sive [ˈpæsɪv] ΟΥΣ no pl ΓΛΩΣΣ

Passiv ουδ <-s, -e>
etw ins Passiv setzen

II. pas·sive [ˈpæsɪv] ΕΠΊΘ

1. passive (inactive):

passive role
passiv

2. passive (indifferent):

passive spectator

3. passive (submissive):

4. passive αμετάβλ ΓΛΩΣΣ:

passiv
das Passiv

pas·sive re·ˈsist·ance ΟΥΣ no pl

pas·sive ˈsmok·ing ΟΥΣ no pl

pas·siv·ity [pæsˈɪvəti, αμερικ -ət̬i] ΟΥΣ no pl

Passivität θηλ <->
Untätigkeit θηλ <-> kein pl

pas·siv·ize [ˈpæsɪvaɪz] ΡΉΜΑ μεταβ ΓΛΩΣΣ

etw αιτ ins Passiv setzen

im·pas·sive [ɪmˈpæsɪv] ΕΠΊΘ

pas·sive·ly [ˈpæsɪvli] ΕΠΊΡΡ

passiv
sich αιτ passiv verhalten

I. pass·ing [ˈpɑ:sɪŋ, αμερικ ˈpæs-] ΕΠΊΘ προσδιορ

1. passing αμετάβλ (going past):

passing vehicle
passing person
Laufkundschaft θηλ <-> kein pl

2. passing (fleeting):

passing glance, thought
Eintagsfliege θηλ <-, -n>

3. passing (casual):

passing remark

4. passing αμετάβλ (slight):

passing resemblance

II. pass·ing [ˈpɑ:sɪŋ, αμερικ ˈpæs-] ΟΥΣ no pl

1. passing (death):

Ableben ουδ <-s> τυπικ
Hinscheiden ουδ <-s; kein Pl> ευφημ

2. passing (end):

Niedergang αρσ <-(e)s, -gänge-s [o. -es]>

3. passing (going by):

Vergehen ουδ <-s, ->

4. passing ΑΘΛ:

Passen ουδ

ˈpass·ing grade ΟΥΣ αμερικ ΣΧΟΛ, ΠΑΝΕΠ

pas·sim [ˈpæsɪm] ΕΠΊΡΡ αμετάβλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

passive country ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Passivland ουδ

passive financial planning ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

assign ΡΉΜΑ μεταβ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

assign ΡΉΜΑ μεταβ ΤΜΉΜ

assign to ΡΉΜΑ μεταβ ΛΟΓΙΣΤ

assign ΡΉΜΑ μεταβ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

assign ΡΉΜΑ μεταβ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

classic fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

pari passu clause ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

massive ΕΠΊΘ

massif [mæsˈiːf] ΟΥΣ

lessivé ΟΥΣ

Massif Central [ˌmæsiːfsɑ̃ːnˈtrɑːl] ΟΥΣ

Rheinish Massif [ˈrenɪʃmæsˈiːf], Rhenish Slate Range ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

passive immunisation

passive transport ΟΥΣ

massive tree ΟΥΣ

air-passage ΟΥΣ

fish pass, fish passage, fish ladder ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

no overtaking βρετ, no passing αμερικ ΥΠΟΔΟΜΉ

no overtaking zone βρετ, no passing zone αμερικ ΥΠΟΔΟΜΉ

passing ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

passing bay ΥΠΟΔΟΜΉ

preferred passage time

passage land use, ΥΠΟΔΟΜΉ

passage detector ΥΠΟΔΟΜΉ

passing sight distance αμερικ ΟΔ ΑΣΦ

bypass road, by pass road

bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ

bypass, by pass land use, ΥΠΟΔΟΜΉ

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈair pas·sage ΟΥΣ (in electric motor)

Luftkanal αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

[...]
This special place gives us passiv security through stability.
www.salzkammergut.at
[...]
Weissenbach Dieser ganz besonders ausgerichtete Platz vermittelt uns durch passive Sicherheit Beständigkeit.
[...]
This special place gives us passiv security through stability.
www.salzkammergut.at
[...]
Weissenbach Dieser ganz besonders ausgerichtete Platz vermittelt uns durch passive Sicherheit Beständigkeit.
[...]
concept of a aktiv/passiv clusters
[...]
www.linuxhotel.de
[...]
Das Konzept eines aktiv/passiv Clusters
[...]