στο λεξικό PONS
ker·nel [ˈkɜ:nəl, αμερικ ˈkɜ:r-] ΟΥΣ
ˈpine ker·nel ΟΥΣ βρετ, αυστραλ
co·deine [ˈkəʊdi:n, αμερικ ˈkoʊ-] ΟΥΣ
2. codeine (tablet):
A-line [ˈeɪlaɪn] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
ˈfeed·er line ΟΥΣ
1. feeder line ΣΙΔΗΡ:
2. feeder line ΑΕΡΟ:
-
- Zubringerlinie θηλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
product line ΟΥΣ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
-
- Produktlinie θηλ
support line ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
efficiency line ΟΥΣ CTRL
resistance line ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
security line ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
standing line ΟΥΣ IT
-
- Standleitung θηλ
unutilized credit line ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
credit line ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
-
- Kreditlinie θηλ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
spring line
disused mine pit
mine building
potash mine
lignite mining, lignite pit, lignite mine
plunge line ΟΥΣ
poverty line
exploited opencast mine
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
parallel-veined
parallel-veined blade ΟΥΣ
line of descent [ˌlaɪnəvdɪˈsent] ΟΥΣ
line of regression ΟΥΣ
line of progression ΟΥΣ
swine flu ΟΥΣ
-
- Schweinegrippe θηλ
line transect
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
branch line ΥΠΟΔΟΜΉ, public transport
broken line ΥΠΟΔΟΜΉ
desire line
screen line ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
broken centre line ΥΠΟΔΟΜΉ
line volume ΔΗΜ ΣΥΓΚ
railroad line αμερικ ΥΠΟΔΟΜΉ, public transport, freight transport
desire line diagram ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
railway line βρετ ΥΠΟΔΟΜΉ, public transport, freight transport
line βρετ ΥΠΟΔΟΜΉ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
ˈsub·ject line ΟΥΣ (in business letter, email)
-
- Betreffzeile θηλ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.