Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Rosemary
Börsenkontrakt

στο λεξικό PONS

I. ex·change [ɪksˈtʃeɪnʤ, eks-] ΡΉΜΑ μεταβ

1. exchange (replace, trade):

to exchange sth machine, installation, part
to exchange sth machine, installation, part
to exchange sth [for sth]
etw [gegen etw αιτ] austauschen
to exchange sth [for sth] in a shop
etw [gegen etw αιτ] umtauschen

2. exchange (interchange):

II. ex·change [ɪksˈtʃeɪnʤ, eks-] ΟΥΣ

1. exchange (trade):

Tausch αρσ <-(e), -e>
Vertragsabschluss αρσ <-es, -schlüsse>
Briefwechsel αρσ <-s, ->

2. exchange ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ:

Währung θηλ <-, -en>
Wechselkurs αρσ <-es, -e>

3. exchange ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (shares market):

Börse θηλ <-, -n>
Warenbörse θηλ <-, -n>
Börse θηλ <-, -n>

4. exchange (interchange):

Wortwechsel αρσ <-s, ->
Schlagabtausch αρσ <-[e]s; kein Pl>
Feuergefecht ουδ <-(e)s, -e>

III. ex·change [ɪksˈtʃeɪnʤ, eks-] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

Devisenmarkt αρσ <-(e)s, -märkte>
Austauschlehrer(in) αρσ (θηλ)
Tauschwert αρσ <-(e)s> kein pl

trad·ed [ˈtreɪdɪd] ΕΠΊΘ αμετάβλ

I. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΟΥΣ

1. contract (agreement):

Vertrag αρσ <-(e)s, -trä·ge>
Kontrakt αρσ <-(e)s, -e> ειδικ ορολ
Arbeitsvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
Dienstleistungsvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
Werkvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
Zeitvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
den Vertrag [für etw αιτ] bekommen

2. contract αργκ (agreement to kill sb):

Auftrag αρσ <-(e)s, -trä·ge>

II. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΡΉΜΑ αμετάβ

to contract into sth βρετ
sich αιτ vertraglich zu etw δοτ verpflichten
to contract with sb [for sth]
mit jdm [für etw αιτ] einen Vertrag abschließen

III. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΡΉΜΑ μεταβ

to contract sb to do sth

I. con·tract2 [kənˈtrækt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. contract (shrink):

contract pupils

2. contract (tense):

contract muscle
sich αιτ zusammenziehen ειδικ ορολ
contract muscle

3. contract ΓΛΩΣΣ:

II. con·tract2 [kənˈtrækt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. contract (tense) muscles, metal:

etw zusammenziehen [o. ειδικ ορολ kontrahieren]

2. contract ΓΛΩΣΣ:

3. contract (catch):

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

exchange-traded contract ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

foreign exchange contract ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

traded ΕΠΊΘ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

exchange ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Umtausch αρσ
Exchange αρσ

contract ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Vertrag αρσ

contract ΡΉΜΑ αμετάβ CTRL

contract ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Kontrakt αρσ

contract ΡΉΜΑ μεταβ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

exchange ΟΥΣ

contract ΡΉΜΑ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

contract (for work and material)

Present
Iexchange
youexchange
he/she/itexchanges
weexchange
youexchange
theyexchange
Past
Iexchanged
youexchanged
he/she/itexchanged
weexchanged
youexchanged
theyexchanged
Present Perfect
Ihaveexchanged
youhaveexchanged
he/she/ithasexchanged
wehaveexchanged
youhaveexchanged
theyhaveexchanged
Past Perfect
Ihadexchanged
youhadexchanged
he/she/ithadexchanged
wehadexchanged
youhadexchanged
theyhadexchanged

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Energy derivatives include exchange-traded contracts such as futures and options, and over-the-counter (privately negotiated) derivatives such as forwards, swaps and options.
en.wikipedia.org
Exchange-traded contracts traded through a clearing house are generally believed to have less counterparty risk.
en.wikipedia.org