Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lautista
cuento chino

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
cuento αρσ (chino) οικ
camelo αρσ οικ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
Oxford Spanish Dictionary

I. cock [αμερικ kɑk, βρετ kɒk] ΟΥΣ

1.1. cock C (male fowl):

gallo αρσ

1.2. cock (male bird):

macho αρσ
cock προσδιορ pheasant/sparrow
macho adj inv

2.1. cock C (valve, tap):

llave θηλ de paso

2.2. cock C (in firearm):

percutor αρσ

3. cock C (penis):

cock χυδ, αργκ
verga θηλ
cock χυδ, αργκ
pija θηλ RíoPl χυδ, αργκ
cock χυδ, αργκ
polla θηλ Ισπ χυδ, αργκ
cock χυδ, αργκ
pico αρσ Χιλ χυδ, αργκ

4. cock C (pal) βρετ:

cock οικ
macho αρσ οικ

5. cock U (nonsense) βρετ:

cock οικ
tonterías θηλ πλ
cock οικ
pendejadas θηλ πλ λατινοαμερ excl CSur χυδ, αργκ
cock οικ
gilipolleces θηλ πλ Ισπ οικ
cock οικ
huevadas θηλ πλ Άνδ χυδ, αργκ

II. cock [αμερικ kɑk, βρετ kɒk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cock gun:

2.1. cock (tilt):

cock head

2.2. cock (raise):

cock ears
cock ears
parar λατινοαμερ

and [αμερικ ænd, (ə)n, βρετ ənd, (ə)n, and] ΣΎΝΔ The usual translation of and, y, becomes e when it precedes a word beginning with i, hi, or y.
and is sometimes used between two verbs in English to mean in order to: let's wait and see esperemos para ver qué or lo que pasa.

1.1. and:

1.2. and:

2. and (in numbers):

five and forty αρχαϊκ or λογοτεχνικό

3. and (showing continuation, repetition):

4. and with inf:

5.1. and (implying a result):

5.2. and (adding emphasis):

bull1 [αμερικ bʊl, βρετ bʊl] ΟΥΣ

1.1. bull (male bovine):

toro αρσ
coger al toro por los cuernos or las astas esp Ισπ
προσδιορ bull neck

1.2. bull (male of other species):

macho αρσ
bull προσδιορ elephant/seal/moose
macho adj inv

2. bull (on stock market):

alcista αρσ θηλ

3. bull οικ → bullseye

rag4 [αμερικ ræɡ, βρετ raɡ] ΟΥΣ ΜΟΥΣ

I. rag2 <μετ ενεστ ragging; παρελθ, μετ παρακειμ ragged> [αμερικ ræɡ, βρετ raɡ] ΡΉΜΑ μεταβ βρετ οικ, παρωχ

tomarle el pelo a οικ

II. rag2 [αμερικ ræɡ, βρετ raɡ] ΟΥΣ βρετ

1. rag (in British universities):

2. rag παρωχ (prank):

novatada θηλ

rag1 [αμερικ ræɡ, βρετ raɡ] ΟΥΣ

1. rag (piece of cloth):

trapo αρσ
to feel like a wet rag οικ
to have the rag on or βρετ be on the rag αργκ
to lose one's rag βρετ οικ
explotar οικ
to lose one's rag βρετ οικ

2. rag οικ, μειωτ (newspaper):

periodicucho αρσ μειωτ

3. rag <rags, pl > (tattered clothes):

harapos αρσ πλ
andrajos αρσ πλ

bullseye [αμερικ ˈbʊlzaɪ, βρετ ˈbʊlzʌɪ] ΟΥΣ

1. bullseye (middle of target):

diana θηλ

2. bullseye (shot):

bull2 [αμερικ bʊl, βρετ bʊl] ΟΥΣ (papal edict)

bula θηλ

bull3 [αμερικ bʊl, βρετ bʊl] ΟΥΣ U αργκ (boasting, lying)

estupideces θηλ πλ
chorradas θηλ πλ Ισπ οικ
macanas θηλ πλ RíoPl οικ
jaladas θηλ πλ Μεξ αργκ

I. shoot [αμερικ ʃut, βρετ ʃuːt] ΟΥΣ

1. shoot ΒΟΤ:

brote αρσ
retoño αρσ
renuevo αρσ
brote αρσ

2.1. shoot:

partida θηλ de caza
cacería θηλ

2.2. shoot (land):

shoot βρετ
coto αρσ (de caza)
shoot βρετ
vedado αρσ (de caza)

3. shoot ΚΙΝΗΜ:

rodaje αρσ
filmación θηλ

II. shoot <παρελθ & μετ παρακειμ shot> [αμερικ ʃut, βρετ ʃuːt] ΡΉΜΑ μεταβ

1.1. shoot person/animal:

¡te van a matar! οικ
you'll get me shot! οικ
¡me van a matar por tu culpa! οικ
¡es (como) para matarlo! οικ
to shoot the breeze or bull αμερικ

1.2. shoot (hunt):

shoot duck/rabbit/deer

2.1. shoot (fire):

shoot bullet
shoot bullet
shoot arrow/missile
shoot arrow/missile

2.2. shoot (eject, propel):

3. shoot (pass swiftly):

to shoot the lights βρετ οικ
to shoot the lights βρετ οικ

4.1. shoot ΑΘΛ:

shoot ball/puck
shoot goal
shoot goal
anotar(se) λατινοαμερ

4.2. shoot (play):

shoot αμερικ

5. shoot ΚΙΝΗΜ:

6. shoot (inject) αργκ:

shoot heroin/cocaine
chutarse αργκ
shoot heroin/cocaine
picarse αργκ
shoot heroin/cocaine
pincharse οικ

III. shoot <παρελθ & μετ παρακειμ shot> [αμερικ ʃut, βρετ ʃuːt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1.1. shoot (fire weapon):

to shoot at sb/sth
dispararle a alguien/ a algo

1.2. shoot (hunt):

1.3. shoot (proceed) οικ:

¿te puedo preguntar algo? — claro ¡pregunta nomás! λατινοαμερ

2. shoot (move swiftly):

3. shoot ΑΘΛ:

chutear CSur
tirar a puerta Ισπ

4. shoot ΚΙΝΗΜ:

5. shoot ΒΟΤ:

shoot plant:
shoot seed:

IV. shoot [αμερικ ʃut, βρετ ʃuːt] ΕΠΙΦΏΝ αμερικ οικ

¡miércoles! οικ, ευφημ
¡mecachis! οικ, ευφημ

story1 <pl stories> [αμερικ ˈstɔri, βρετ ˈstɔːri] ΟΥΣ

1.1. story:

historia θηλ
relato αρσ
cuento αρσ
story (genre) ΛΟΓΟΤ
cuento αρσ
what's the story? αμερικ
he gave me the story on the new models αμερικ

1.2. story:

anécdota θηλ
chiste αρσ

2. story (plot):

argumento αρσ
trama θηλ

3.1. story ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ (article):

artículo αρσ

3.2. story ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ (newsworthy event):

4. story οικ (lie):

cuento αρσ οικ
mentira θηλ

story2 <pl stories> [αμερικ ˈstɔri, βρετ ˈstɔːri] ΟΥΣ

story βρετ storey (of building):

βρετ storey
piso αρσ
βρετ storey
planta θηλ

στο λεξικό PONS

cock-and-bull story <-ies> ΟΥΣ

cuento αρσ chino
στο λεξικό PONS

bull1 [bʊl] ΟΥΣ

1. bull (male bovine):

toro αρσ

2. bull (male animal):

macho αρσ
elefante αρσ
ballena θηλ macho

ιδιωτισμοί:

coger [o agarrar λατινοαμερ] el toro por los cuernos

bull2 [bʊl] ΟΥΣ

1. bull χωρίς πλ οικ (nonsense):

chorradas θηλ πλ
macanas θηλ πλ RíoPl

2. bull ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

alcista αρσ

3. bull βρετ ΑΘΛ:

diana θηλ

and [ən, ənd, stressed: ænd] ΣΎΝΔ

1. and:

2. and ΜΑΘ:

2 and 3 is 5
2 más 3 son 5

3. and (then):

4. and (increase):

5. and (repetition):

6. and (continuation):

ιδιωτισμοί:

and so on [or forth]

I. cock [kɒk, αμερικ kɑ:k] ΟΥΣ

1. cock (male chicken):

gallo αρσ

2. cock χυδ (penis):

polla θηλ
pichula θηλ Chile

3. cock βρετ οικ (form of address):

macho αρσ

II. cock [kɒk, αμερικ kɑ:k] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cock (turn):

2. cock (ready gun):

III. cock [kɒk, αμερικ kɑ:k] ΕΠΊΘ (in ornithology)

story1 <-ies> [ˈstɔ:ri] ΟΥΣ

1. story:

historia θηλ
cuento αρσ

2. story (news report):

artículo αρσ

ιδιωτισμοί:

story2 [ˈstɔ:ri] ΟΥΣ αμερικ

story → storey

storey [ˈstɔ:ri] ΟΥΣ βρετ, αυστραλ

piso αρσ
Καταχώριση OpenDict

bull ΟΥΣ

bull ΘΡΗΣΚ
bula θηλ
Καταχώριση OpenDict

bull ΟΥΣ

like a bull in a Chinese shop fig λεξ σύναψ
στο λεξικό PONS

cock-and-bull story <-ies> ΟΥΣ

cuento αρσ chino
στο λεξικό PONS

I. cock [kak] ΟΥΣ

1. cock (male chicken):

gallo αρσ

2. cock χυδ (penis):

polla θηλ
pichula θηλ Αργεντ, Chile, Περού

II. cock [kak] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cock (turn):

2. cock (ready gun):

III. cock [kak] ΕΠΊΘ (in ornithology)

bull [bʊl] ΟΥΣ

1. bull (male bovine):

toro αρσ

2. bull (male animal):

macho αρσ
elefante αρσ
ballena θηλ macho

3. bull:

coger [o agarrar λατινοαμερ] el toro por los cuernos

4. bull αργκ (nonsense):

chorradas θηλ πλ
macanas θηλ πλ RíoPl

5. bull ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

alcista αρσ

and [ən, ənd, stressed: ænd] ΣΎΝΔ

1. and:

and (before orhiʼ)

2. and math:

2 and 3 is 5
2 más 3 son 5

3. and (then):

4. and (increase):

5. and (repetition):

6. and (continuation):

ιδιωτισμοί:

and so on [or forth]

story1 <-ies> [ˈstɔr·i] ΟΥΣ

1. story:

historia θηλ
cuento αρσ

2. story (news report):

artículo αρσ

ιδιωτισμοί:

story2 [ˈstɔr·i] ΟΥΣ

piso αρσ
Present
Icock
youcock
he/she/itcocks
wecock
youcock
theycock
Past
Icocked
youcocked
he/she/itcocked
wecocked
youcocked
theycocked
Present Perfect
Ihavecocked
youhavecocked
he/she/ithascocked
wehavecocked
youhavecocked
theyhavecocked
Past Perfect
Ihadcocked
youhadcocked
he/she/ithadcocked
wehadcocked
youhadcocked
theyhadcocked

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.