Oxford Spanish Dictionary
claro1 (clara) ΕΠΊΘ
1. claro (luminoso):
2. claro (pálido):
5. claro:
- claro (clara) ideas/explicación/instrucciones
-
- claro (clara) situación/postura
-
6. claro (evidente):
- claro (clara)
-
- claro (clara)
-
claro2 ΕΠΊΡΡ
1. claro hablar/ver:
2.1. claro modificador de una oración (en exclamaciones de asentimiento):
2.2. claro modificador de una oración (como enlace):
στο λεξικό PONS
II. claro ΟΥΣ αρσ
III. claro ΕΠΊΡΡ
- claro
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.