Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Saxe
food

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. vivre [vivʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. vivre (connaître):

vivre époque, période
vivre heures difficiles, cauchemar, enfer
vivre amour, passion

2. vivre (ressentir):

vivre divorce, échec, changement

II. vivre [vivʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. vivre ΒΙΟΛ (être vivant):

vivre personne, animal, plante:
cesser de vivre ευφημ
three cheers for the vacation! αμερικ

2. vivre (habiter):

vivre personne, animal, plante:
être facile/difficile à vivre conjoint, concubin:
être facile/difficile à vivre ami, collègue:

3. vivre (exister):

vivre personne:
apprendre à qn à vivre οικ
to teach sb some manners οικ

4. vivre (survivre):

vivre personne:
to keep sb

5. vivre (durer):

vivre relation, mode, idéologie:
avoir vécu personne:
avoir vécu (être usé) χιουμ objet, idée:

6. vivre (être animé):

vivre ville, rue:

III. se vivre ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

se vivre αυτοπ ρήμα (être ressenti):

IV. vivres ΟΥΣ αρσ πλ

1. vivres (nourriture):

vivres

2. vivres (moyens de subsistance):

couper les vivres à qn

V. vivre [vivʀ]

mieux-vivre <πλ mieux-vivre> [mjøvivʀ] ΟΥΣ αρσ

savoir-vivre <πλ savoir-vivre> [savwaʀvivʀ] ΟΥΣ αρσ

vivre-ensemble <πλ vivre-ensemble> [vivʀãsãbl] ΟΥΣ αρσ

reste-à-vivre <πλ reste-à-vivre> [ʀɛstavivʀ] ΟΥΣ αρσ

emmagasiner marchandises, vivres
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
vivres αρσ πλ
couper les vivres à qn
vivres αρσ πλ
vivres αρσ πλ de secours
colis αρσ de vivres

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. vivre [vivʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αμετάβ

1. vivre (exister):

2. vivre (habiter, mener sa vie):

3. vivre (subsister):

4. vivre (persister):

vivre coutume

5. vivre (être plein de vie):

vivre portrait
vivre rue

ιδιωτισμοί:

qui vivra verra παροιμ

II. vivre [vivʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

1. vivre (passer):

vivre moment
vivre vie

2. vivre (être mêlé à):

vivre événement

3. vivre (éprouver intensément):

vivre époque

III. vivre [vivʀ] ανώμ ΟΥΣ mpl

ιδιωτισμοί:

couper les vivres à qn

savoir-vivre [savwaʀvivʀ] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

manners πλ
envoi d'une marchandise, commande, de vivres
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
fournisseur αρσ de vivres
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. vivre [vivʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αμετάβ

1. vivre (exister):

2. vivre (habiter, mener sa vie):

3. vivre (subsister):

4. vivre (persister):

vivre coutume

5. vivre (être plein de vie):

vivre portrait
vivre rue

ιδιωτισμοί:

qui vivra verra παροιμ

II. vivre [vivʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

1. vivre (passer):

vivre moment
vivre vie

2. vivre (être mêlé à):

vivre événement

3. vivre (éprouver intensément):

vivre époque

III. vivre [vivʀ] ανώμ ΟΥΣ mpl

ιδιωτισμοί:

couper les vivres à qn

savoir-vivre [savwaʀvivʀ] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

manners πλ
envoi d'une marchandise, commande, de vivres
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
to exist on sth

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

vivre ensemble αρσ

Présent
jevis
tuvis
il/elle/onvit
nousvivons
vousvivez
ils/ellesvivent
Imparfait
jevivais
tuvivais
il/elle/onvivait
nousvivions
vousviviez
ils/ellesvivaient
Passé simple
jevécus
tuvécus
il/elle/onvécut
nousvécûmes
vousvécûtes
ils/ellesvécurent
Futur simple
jevivrai
tuvivras
il/elle/onvivra
nousvivrons
vousvivrez
ils/ellesvivront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ils ne manquèrent pas de vivres ayant prévu une quantité de nourriture très importante lors de leur débarquement sur l'île.
fr.wikipedia.org
L'expédition militaire se transforma tout au long de son parcours en véritable colonne infernale, massacrant les populations qui refusaient de leur fournir vivres ou porteurs.
fr.wikipedia.org
Les brownies sont facilement bannis du foyer si les habitants lui offrent des vivres ou des vêtements.
fr.wikipedia.org
Le rangement des vivres et équipement se fait de façon que la stabilité du vaisseau soit préservée.
fr.wikipedia.org
Vivres et munitions étaient acheminées par de longues caravanes de mulets bâtés.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "vivres" σε άλλες γλώσσες