Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Nicaraguayen
faith in somebody

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

foi [fwa] ΟΥΣ θηλ

1. foi ΘΡΗΣΚ:

foi
avoir la foi

2. foi (confiance):

foi
avoir foi en qn/qc
to have faith in sb/sth
ajouter foi à qc

3. foi (sincérité):

ma foi
ma foi oui
foi d'honnête homme παρωχ
faire qc de bonne foi ou en toute bonne foi
bonne/mauvaise foi ΦΙΛΟΣ
de bonne foi ΝΟΜ acquéreur, détenteur
bona fide προσδιορ

4. foi (assurance):

en foi de quoi
qui fait ou faisant foi texte, signature

ιδιωτισμοί:

sans foi ni loi

Montagne [mɔ̃taɲ] θηλ ΙΣΤΟΡΊΑ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
foi θηλ
sur ma foi! παρωχ
bonne foi θηλ
foi d'animal! παρωχ
guérison θηλ par la foi
mauvaise foi θηλ
acte αρσ de foi
bona fide agreement, contract
de bonne foi

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

foi [fwa] ΟΥΣ θηλ

1. foi (croyance):

foi en qn
avoir la foi
il n'y a que la foi qui sauve ειρων

2. foi (confiance):

avoir foi en qn/qc τυπικ
to have faith [or confidence] in sb/sth
accorder [ou ajouter] [ou prêter] foi à qn/qc
to believe sb/sth

ιδιωτισμοί:

avoir la foi
faire foi
ma foi
ma foi oui/non
vivace foi
robustesse de la foi
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
foi θηλ
sans foi
foi θηλ
de bonne foi
foi θηλ
foi θηλ
to shake sb's belief in sth
ébranler la foi de qn en qc
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

foi [fwa] ΟΥΣ θηλ

1. foi (croyance):

foi en qn
avoir la foi

2. foi (confiance):

avoir foi en qn/qc τυπικ
to have faith [or confidence] in sb/sth

ιδιωτισμοί:

avoir la foi
faire foi
ma foi
ma foi oui/non
vivace foi
tiède sentiment, foi
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
foi θηλ
sans foi
foi θηλ
de bonne foi
foi θηλ
foi θηλ
to shake sb's belief in sth
ébranler la foi de qn en qc

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

avoir foi en qn/qc τυπικ
to have faith [or confidence] in sb/sth
accorder [ou ajouter] [ou prêter] foi à qn/qc
to believe sb/sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

À la suite d'une crise de doute à propos de sa foi, il perd ses pouvoirs.
fr.wikipedia.org
Les deux confessions manifestaient leur accord sur ce principe que seule la foi sauve.
fr.wikipedia.org
Il affirme la foi des adventistes, et de ce fait, il n'a jamais réclamé l'enseignement de la création dans les écoles publiques.
fr.wikipedia.org
Il se déclare avant tout partisan du droit à la vie, à la liberté, à la propriété et à la foi.
fr.wikipedia.org
Pendant plus d'un mois, en effet, son état s'aggrave et il croit mourir, épreuve qu'il met à profit pour approfondir sa foi.
fr.wikipedia.org