Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dellocculto
offensichtlich

στο λεξικό PONS

a for·tio·ri [əɪˌfɔ:tiˈɔ:raɪ, αμερικ eɪˌfɔ:rt̬iˈɑ:ri] ΕΠΊΡΡ ΝΟΜ

στο λεξικό PONS

A <pl -s [or -'s]>, a <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ

1. A (letter):

a ουδ <-(s), -(s)>
A ουδ <-(s), -(s)>
A for Andrew [or αμερικ as in Abel]

2. A ΜΟΥΣ:

A ουδ <-(s), -(s)>
a ουδ <-(s), -(s)>
As ουδ <-ses, -se>
as ουδ
Ais ουδ <-, ->
ais ουδ
A-Dur ουδ
a-Moll ουδ <->
A ουδ <-(s), -(s)>
a ουδ <-(s), -(s)>
A-Dur ουδ

3. A (school mark):

Eins θηλ
Einser αρσ A
Sechs θηλ CH
sehr gut
to be an A student αμερικ, αυστραλ
to get [an] A
to give sb an A

4. A ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

A share βρετ
Stammaktie θηλ

A1 <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ

1. A (hypothetical person, thing):

A <-(s), -(s)>

2. A (blood type):

A <-(s), -(s)>

3. A ΝΟΜ:

ιδιωτισμοί:

A2 ΟΥΣ

A συντομογραφία: ampere

A <-(s), -(s)>

am·pere [ˈæmpeəʳ, αμερικ -pɪr] ΟΥΣ τυπικ

Ampere ουδ <-(s), ->

A3 ΟΥΣ

A συντομογραφία: answer

I. an·swer [ˈɑ:n(t)səʳ, αμερικ ˈæn(t)sɚ] ΟΥΣ

1. answer μτφ:

Antwort θηλ <-, -en> auf +αιτ
Reaktion θηλ <-, -en>
Pendant ουδ <-s, -s> τυπικ zu +δοτ
Gegenstück ουδ <-(e)s, -e> zu +δοτ
to be the answer to sb's prayer(s) χιουμ ειρων

2. answer (solution):

Lösung θηλ <-, -en>
answer ΜΑΘ
Ergebnis ουδ <-ses, -se>
to know all the answers also ειρων (be well-informed)
to know all the answers also ειρων (be well-informed)

3. answer ΝΟΜ (defendant's response to complaint):

Klageerwiderung θηλ <-, -en>
Replik θηλ <-, -en>

ιδιωτισμοί:

II. an·swer [ˈɑ:n(t)səʳ, αμερικ ˈæn(t)sɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. answer (respond to) question:

auf etw αιτ antworten
why not?” he answered
to answer the call to [do] sth dated
dem Ruf folgen, etw zu tun τυπικ
to answer the call of nature also χιουμ
dem Ruf der Natur folgen a. χιουμ

2. answer (fit, suit):

etw δοτ entsprechen
to answer sth prayer

3. answer ΝΟΜ:

III. an·swer [ˈɑ:n(t)səʳ, αμερικ ˈæn(t)sɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ

A4 ΟΥΣ βρετ

A συντομογραφία: A level

A lev·el [ˈeɪlevəl] ΟΥΣ βρετ

das Abitur kein pl
die Matur[a] CH
die Matura A

A5 ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

A ουδ <-(s), -(s)>

a.m. [ˌeɪˈem] αμετάβλ

am συντομογραφία: ante meridiem

at 6 am

A/D, A to D

A/D συντομογραφία: analogue to digital

Καταχώριση OpenDict

A&E

A&E (accident & emergency) ΟΥΣ ΙΑΤΡ βρετ Abk.
Καταχώριση OpenDict

A.T.O.L. ΟΥΣ

A.T.O.L. (short for 'Air Travel Organiser's Licence') ΑΕΡΟ βρετ
A.T.O.L. (short for 'Air Travel Organiser's Licence') ΑΕΡΟ βρετ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A fortiori, every module also admits projective and flat resolutions.
en.wikipedia.org
A fortiori, the dimension of more general function spaces, such as the space of functions on some (bounded or unbounded) interval, is infinite.
en.wikipedia.org
A fortiori the law does not bind when the safe opinion is more probable than the less safe opinion.
en.wikipedia.org
The implications for other trade union leaders are of a bleak and a fortiori sort.
www.telegraph.co.uk
No one is under any obligation to buy nor a fortiori to buy at any particular price.
en.wikipedia.org