Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lanalisi
Paarregelgen

στο λεξικό PONS

I. pair [peəʳ, αμερικ per] ΟΥΣ

1. pair (two items):

Paar ουδ <-s, -e>
ein Augenpaar ουδ

2. pair (two-part item):

Paar ουδ <-s, -e>

3. pair + ενικ/pl ρήμα:

Paar ουδ <-s, -e>
Paar ουδ <-s, -e>
Pärchen ουδ <-s, ->

4. pair + ενικ/pl ρήμα ΖΩΟΛ:

Pärchen ουδ <-s, ->

5. pair + ενικ/pl ρήμα (two horses):

6. pair βρετ ΠΟΛΙΤ:

II. pair [peəʳ, αμερικ per] ΡΉΜΑ αμετάβ

pair animals:

sich αιτ paaren

III. pair [peəʳ, αμερικ per] ΡΉΜΑ μεταβ usu passive

to be paired with sb/sth
mit jdm/etw ein Paar bilden
βρετ ΠΟΛΙΤ to be paired with sb

I. gene [ʤi:n] ΟΥΣ

Gen ουδ <-s, -e>

II. gene [ʤi:n] ΟΥΣ modifier

Gentest αρσ <-(e)s, -s>

I. rule [ru:l] ΟΥΣ

1. rule (instruction):

Regel θηλ <-, -n>
rules pl of procedure ΝΟΜ
Geschäftsordnung θηλ <-, -en>
rule of three ΜΑΘ
Dreisatz αρσ <-es, -sätze>
to follow [or obey][or τυπικ observe] a rule
to play [it] [or go][or do things] by the rules

2. rule no pl (control):

Herrschaft θηλ <-, -en>

3. rule τυπικ dated (measuring device):

Lineal ουδ <-s, -e>

4. rule (condition):

Regel θηλ <-, -n>
rule of 72

5. rule (line):

Linie θηλ <-, -n>

6. rule ΝΟΜ (court decision):

ιδιωτισμοί:

to make sth a rule
Faustregel θηλ <-, -n>

II. rule [ru:l] ΡΉΜΑ μεταβ

1. rule (govern):

to rule sth/sb
etw/jdn regieren

2. rule (control):

to rule sth

3. rule (draw):

4. rule (decide):

ιδιωτισμοί:

der Herr im Haus sein χιουμ

III. rule [ru:l] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. rule (control):

rule king, queen

2. rule ΝΟΜ:

to rule on sth
in etw δοτ entscheiden

3. rule ΟΙΚΟΝ (be current):

gelten <gilt, galt, gegolten>

ιδιωτισμοί:

he rules, OK! βρετ, αυστραλ χιουμ οικ

ex·cep·tion [ɪkˈsepʃən] ΟΥΣ

Ausnahme θηλ <-, -n>
Anstoß αρσ [an etw δοτ] nehmen

ιδιωτισμοί:

the exception proves the rule παροιμ
Καταχώριση OpenDict

pair ΡΉΜΑ

to pair sth with sth (bluetooth - phone etc) ΗΛΕΚ
etw an etw (akk) koppeln
Καταχώριση OpenDict

rule

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

pair rule gene

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

pair ΡΉΜΑ

rule, folding rule ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

rule ΟΥΣ

Present
Ipair
youpair
he/she/itpairs
wepair
youpair
theypair
Past
Ipaired
youpaired
he/she/itpaired
wepaired
youpaired
theypaired
Present Perfect
Ihavepaired
youhavepaired
he/she/ithaspaired
wehavepaired
youhavepaired
theyhavepaired
Past Perfect
Ihadpaired
youhadpaired
he/she/ithadpaired
wehadpaired
youhadpaired
theyhadpaired

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.