Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
I. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf] ΟΥΣ
1. laugh (amused noise):
2. laugh (source of amusement):
II. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf] ΡΉΜΑ μεταβ
III. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. laugh (be audibly amused):
2. laugh (feel amused):
IV. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf]
laughing [βρετ ˈlɑːfɪŋ, αμερικ ˈlæfɪŋ] ΕΠΊΘ
I. gas [βρετ ɡas, αμερικ ɡæs] ΟΥΣ
II. gas <μετ ενεστ gassing; απλ παρελθ, μετ παρακειμ gassed> [βρετ ɡas, αμερικ ɡæs] ΡΉΜΑ μεταβ (gen) ΣΤΡΑΤ
III. gas <μετ ενεστ gassing; απλ παρελθ, μετ παρακειμ gassed> [βρετ ɡas, αμερικ ɡæs] ΡΉΜΑ αμετάβ
IV. to gas oneself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα
στο λεξικό PONS
I. laugh [lɑ:f] ΟΥΣ
II. laugh [lɑ:f] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. laugh (express amusement):
I. gas <-es [or -sses]> [gæs] ΟΥΣ
2. gas no πλ οικ ΙΑΤΡ:
-
- anesthésie θηλ
4. gas no πλ αμερικ, καναδ οικ (petrol):
I. laugh [læf] ΟΥΣ
II. laugh [læf] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. laugh (express amusement):
I. gas <-es [or -sses]> [gæs] ΟΥΣ
2. gas οικ ΙΑΤΡ:
-
- anesthésie θηλ
4. gas οικ (fuel):
| I | laugh |
|---|---|
| you | laugh |
| he/she/it | laughs |
| we | laugh |
| you | laugh |
| they | laugh |
| I | laughed |
|---|---|
| you | laughed |
| he/she/it | laughed |
| we | laughed |
| you | laughed |
| they | laughed |
| I | have | laughed |
|---|---|---|
| you | have | laughed |
| he/she/it | has | laughed |
| we | have | laughed |
| you | have | laughed |
| they | have | laughed |
| I | had | laughed |
|---|---|---|
| you | had | laughed |
| he/she/it | had | laughed |
| we | had | laughed |
| you | had | laughed |
| they | had | laughed |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.