Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
I. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf] ΟΥΣ
1. laugh (amused noise):
2. laugh (source of amusement):
II. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf] ΡΉΜΑ μεταβ
III. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. laugh (be audibly amused):
2. laugh (feel amused):
IV. laugh [βρετ lɑːf, αμερικ læf]
laughing [βρετ ˈlɑːfɪŋ, αμερικ ˈlæfɪŋ] ΕΠΊΘ
στο λεξικό PONS
I. laugh [lɑ:f] ΟΥΣ
II. laugh [lɑ:f] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. laugh (express amusement):
I. laugh [læf] ΟΥΣ
II. laugh [læf] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. laugh (express amusement):
| I | laugh |
|---|---|
| you | laugh |
| he/she/it | laughs |
| we | laugh |
| you | laugh |
| they | laugh |
| I | laughed |
|---|---|
| you | laughed |
| he/she/it | laughed |
| we | laughed |
| you | laughed |
| they | laughed |
| I | have | laughed |
|---|---|---|
| you | have | laughed |
| he/she/it | has | laughed |
| we | have | laughed |
| you | have | laughed |
| they | have | laughed |
| I | had | laughed |
|---|---|---|
| you | had | laughed |
| he/she/it | had | laughed |
| we | had | laughed |
| you | had | laughed |
| they | had | laughed |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- laud
- laudable
- laudably
- laudanum
- laudatory
- laughing hyena
- laughing jackass
- laughingly
- laughing stock
- laugh line
- laugh off