Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

wuzeln
wuzeln
Εννοούσες;

wur·zeln [ˈvʊrtsl̩n] ΡΉΜΑ αμετάβ τυπικ

in etw δοτ wurzeln
in etw δοτ wurzeln

I. kit·zeln [ˈkɪtsl̩n] ΡΉΜΑ μεταβ

1. kitzeln (einen Juckreiz hervorrufen):

jdn [irgendwo/an etw δοτ] kitzeln

2. kitzeln (reizen):

jdn kitzeln

3. kitzeln (die Sinne reizen):

etw kitzeln

II. kit·zeln [ˈkɪtsl̩n] ΡΉΜΑ αμετάβ

[irgendwo/an etw δοτ] kitzeln

III. kit·zeln [ˈkɪtsl̩n] ΡΉΜΑ μεταβ απρόσ ρήμα

1. kitzeln (jucken):

2. kitzeln (reizen):

I. ein·zeln [ˈaintsl̩n] ΕΠΊΘ αμετάβλ

1. einzeln:

2. einzeln (bei Paaren):

3. einzeln (allein stehend):

solitary αμετάβλ
single αμετάβλ

4. einzeln (einige):

einzelne πλ

5. einzeln ΜΕΤΕΩΡ:

einzelne πλ

6. einzeln substantivisch (Detail):

7. einzeln substantivisch (Individuum):

II. ein·zeln [ˈaintsl̩n] ΕΠΊΡΡ

I. run·zeln [ˈrʊntsl̩n] ΡΉΜΑ μεταβ

etw runzeln
to wrinkle [or crease] sth
a frown no πλ

II. run·zeln [ˈrʊntsl̩n] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

sich αιτ runzeln

püt·zeln [ˈpʏtsl̩n] ΡΉΜΑ μεταβ CH (sorgsam reinigen)

wit·zeln [ˈvɪtsl̩n] ΡΉΜΑ αμετάβ

[über jdn/etw] witzeln
to joke [about sb/sth]

tän·zeln [ˈtɛntsl̩n] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. tänzeln +haben (auf und ab federn):

tänzeln Boxer
tänzeln Pferd

2. tänzeln +sein (sich leichtfüßig fortbewegen):

puz·zeln [ˈpʊzln̩, ˈpazln̩] ΡΉΜΑ αμετάβ

Kit·zeln <-s> [ˈkɪtsl̩n] ΟΥΣ ουδ kein πλ

pur·zeln [ˈpʊrtsln̩] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

purzeln a. Preise:

von etw δοτ/in etw αιτ purzeln
Präsens
ichwurzle / wurzele
duwurzelst
er/sie/eswurzelt
wirwurzeln
ihrwurzelt
siewurzeln
Präteritum
ichwurzelte
duwurzeltest
er/sie/eswurzelte
wirwurzelten
ihrwurzeltet
siewurzelten
Perfekt
ichhabegewurzelt
duhastgewurzelt
er/sie/eshatgewurzelt
wirhabengewurzelt
ihrhabtgewurzelt
siehabengewurzelt
Plusquamperfekt
ichhattegewurzelt
duhattestgewurzelt
er/sie/eshattegewurzelt
wirhattengewurzelt
ihrhattetgewurzelt
siehattengewurzelt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Αναζήτηση "wuzeln" σε άλλες γλώσσες