Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

réservé’
Wäscheständer

στο λεξικό PONS

ˈclothes horse ΟΥΣ

1. clothes horse (for drying clothing):

Wäscheständer αρσ <-s, ->

2. clothes horse μειωτ οικ (slavish fashion fan):

Modefreak αρσ
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

clothes [kləʊ(ð)z, αμερικ kloʊ(ð)z] ΟΥΣ πλ

Kleidung θηλ <-, -en> kein pl
sich αιτ anziehen

clothe <clothed [or λογοτεχνικό clad], clothed [or λογοτεχνικό clad]> [kləʊð, αμερικ kloʊð] ΡΉΜΑ μεταβ

1. clothe (dress):

jdn anziehen [o. [be]kleiden]

2. clothe μτφ (fit with):

etw bedecken [o. τυπικ bekleiden]

I. horse [hɔ:s, αμερικ hɔ:rs] ΟΥΣ

1. horse (animal):

Pferd ουδ <-(e)s, -e>
Pferdefuhrwerk ουδ <-(e)s, -e>
Postkutsche θηλ <-, -n>
reiten <ritt, geritten>

2. horse pl:

3. horse ΑΘΛ:

Pferd ουδ <-(e)s, -e>

4. horse (helper):

5. horse no pl αργκ (heroin):

H ουδ <-, ->

6. horse οικ → horse power

PS <-, ->

ιδιωτισμοί:

it's a case [or question] of horses for courses βρετ, αυστραλ
to flog [or αμερικ beat] a dead horse
sich αιτ den Teufel um etw αιτ scheren οικ
never look a gift horse in the mouth παροιμ

II. horse [hɔ:s, αμερικ hɔ:rs] ΡΉΜΑ αμετάβ

Καταχώριση OpenDict

horse ΟΥΣ

you're flogging a dead horse βρετ μτφ οικ
Καταχώριση OpenDict

horse ΟΥΣ

extrem viel οικ
Present
Iclothe
youclothe
he/she/itclothes
weclothe
youclothe
theyclothe
Past
Iclothed / λογοτεχνικό clad
youclothed / λογοτεχνικό clad
he/she/itclothed / λογοτεχνικό clad
weclothed / λογοτεχνικό clad
youclothed / λογοτεχνικό clad
theyclothed / λογοτεχνικό clad
Present Perfect
Ihaveclothed / λογοτεχνικό clad
youhaveclothed / λογοτεχνικό clad
he/she/ithasclothed / λογοτεχνικό clad
wehaveclothed / λογοτεχνικό clad
youhaveclothed / λογοτεχνικό clad
theyhaveclothed / λογοτεχνικό clad
Past Perfect
Ihadclothed / λογοτεχνικό clad
youhadclothed / λογοτεχνικό clad
he/she/ithadclothed / λογοτεχνικό clad
wehadclothed / λογοτεχνικό clad
youhadclothed / λογοτεχνικό clad
theyhadclothed / λογοτεχνικό clad

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Overloading a clothes horse means clothes take much longer to dry.
www.tv3.ie
So to be a political wife shouldn't mean a career as a walking clothes horse.
www.telegraph.co.uk
She also dislikes references to her as a clothes horse.
www.dailymail.co.uk
Despite her energetic night, the clothes horse emerged without a hair out of place.
www.thesun.ie
She was the screen's first clothes horse and was becoming one of the most famous and photographed women in the world.
en.wikipedia.org