Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
bel ΕΠΊΘ αρσ
bel → beau
I. beau (belle), bel before vowel or mute h, <αρσ πλ beaux> [bo, bɛl] ΕΠΊΘ
1. beau (esthétiquement):
2. beau (qualitativement):
II. beau ΟΥΣ αρσ
1. beau (choses intéressantes):
2. beau ΦΙΛΟΣ (beauté):
III. avoir beau ΡΉΜΑ
IV. bel et bien ΕΠΊΡΡ
V. belle ΟΥΣ θηλ
1. belle (femme):
2. belle (maîtresse):
VI. de plus belle ΕΠΊΡΡ
VII. belles ΟΥΣ θηλ πλ
VIII. beau (belle), bel before vowel or mute h, <αρσ πλ beaux> [bo, bɛl]
IX. beau (belle), bel before vowel or mute h, <αρσ πλ beaux> [bo, bɛl]
στο λεξικό PONS
bel [bɛl]
bel → beau
beau (belle) <devant un nom masculin commençant par une voyelle ou un h muet bel, x> [bo, bɛl] ΕΠΊΘ antéposé
bel [bɛl]
bel → beau
beau (belle) <devant un nom masculin commençant par une voyelle ou un h muet bel, x> [bo, bɛl] ΕΠΊΘ antéposé
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- behaviouriste
- Behring
- BEI
- beige
- beigne
- bel canto
- bêlement
- bêler
- belette
- Belfort
- belfortain