Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

näherungswert
to court

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

courtiser [kuʀtize] ΡΉΜΑ μεταβ

1. courtiser (flatter):

courtiser électeurs, entreprise, puissants

2. courtiser παρωχ femme:

courtiser
avec assiduité courtiser
courtiser les belles
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
woo lady
courtiser
woo voters, company, country
courtiser
court woman, voters, customers
courtiser

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

courtiser [kuʀtize] ΡΉΜΑ μεταβ

courtiser
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
courtiser
courtiser
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

courtiser [kuʀtize] ΡΉΜΑ μεταβ

courtiser
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
courtiser
courtiser
Présent
jecourtise
tucourtises
il/elle/oncourtise
nouscourtisons
vouscourtisez
ils/ellescourtisent
Imparfait
jecourtisais
tucourtisais
il/elle/oncourtisait
nouscourtisions
vouscourtisiez
ils/ellescourtisaient
Passé simple
jecourtisai
tucourtisas
il/elle/oncourtisa
nouscourtisâmes
vouscourtisâtes
ils/ellescourtisèrent
Futur simple
jecourtiserai
tucourtiseras
il/elle/oncourtisera
nouscourtiserons
vouscourtiserez
ils/ellescourtiseront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Le titre évoque ironiquement les airs joués ou chantés à l'aube sous la fenêtre de la personne courtisée.
fr.wikipedia.org
Quelques-uns même se courtisent, s'accouplent, construisent un nid, pondent des œufs et élèvent leurs petits.
fr.wikipedia.org
À l'été 2005, il est courtisé par plusieurs équipes européennes et rejoint finalement Portsmouth.
fr.wikipedia.org
Mais les deux rivaux se réconcilient lorsque arrive un gars de la ville qui entend bien aussi courtiser la jeune femme.
fr.wikipedia.org
Les avocats deviennent des célébrités et sont courtisés médiatiquement.
fr.wikipedia.org