Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
successful [βρετ səkˈsɛsfʊl, səkˈsɛsf(ə)l, αμερικ səkˈsɛsfəl] ΕΠΊΘ
1. successful (that achieves its aim):
2. successful:
- successful businessman, company
-
- successful career
-
3. successful (that wins, passes):
- successful tenderer
- adjudicataire αρσ θηλ
- it was spectacularly successful
-
- a dazzlingly successful career
-
- to be stupendously successful/powerful
-
-
- successful buyer
-
- successful
στο λεξικό PONS
successful ΕΠΊΘ
successful ΕΠΊΘ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.