Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
common year ΟΥΣ
I. year [βρετ jɪə, jəː, αμερικ jɪr] ΟΥΣ
1. year (period of time):
2. year (indicating age):
3. year:
II. years ΟΥΣ ουσ πλ
1. years (age):
I. common [βρετ ˈkɒmən, αμερικ ˈkɑmən] ΟΥΣ (public land)
II. commons ΟΥΣ ουσ πλ
III. common [βρετ ˈkɒmən, αμερικ ˈkɑmən] ΕΠΊΘ
1. common (often encountered):
2. common (shared):
3. common (ordinary):
5. common (minimum expected):
- common courtesy, decency, humanity
-
IV. in common ΕΠΊΡΡ
στο λεξικό PONS
year [jɜ:ʳ, αμερικ jɪr] ΟΥΣ
1. year (twelve months):
2. year (a long time):
4. year ΣΧΟΛ:
I. common <-er, -est [or more common, most common]> [ˈkɒmən, αμερικ ˈkɑ:mən] ΕΠΊΘ
2. common (widespread):
3. common αμετάβλ (shared):
year [jɪr] ΟΥΣ
1. year (twelve months):
2. year (a long time):
4. year ΣΧΟΛ:
I. common <-er, -est [or more common, most common]> [ˈka·mən] ΕΠΊΘ
2. common (widespread):
3. common αμετάβλ (shared):
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.