Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lInstitut
to snap

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

knap·pen [ˈknapn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ

knappen

I. knapp <knapper, am knapp(e)sten> [knap] ΕΠΊΘ

1. knapp (gering):

meagre [or αμερικ -er]
[mit etw δοτ] knapp sein
to be short [of sth]
..., aber/und das nicht zu knapp! οικ
..., and how!
..., aber/und das nicht zu knapp! οικ
..., good and proper! βρετ οικ

2. knapp (eng):

3. knapp (noch genügend):

4. knapp (nicht ganz):

in einer knappen Stunde
[jdm] zu knapp sein

5. knapp (gerafft):

in wenigen knappen Worten

II. knapp <knapper, am knapp(e)sten> [knap] ΕΠΊΡΡ

1. knapp (mäßig):

2. knapp (nicht ganz):

3. knapp (haarscharf):

Kas·se <-, -n> [ˈkasə] ΟΥΣ θηλ

1. Kasse (Zahlstelle):

Kasse bei Rechnungseingang ΧΡΗΜΑΤΟΠ

2. Kasse:

3. Kasse (Registrierkasse):

jdn [für etw αιτ] zur Kasse bitten
to ask sb to pay [for sth]
Kasse machen μτφ αργκ
Kasse machen μτφ αργκ
the money's ok οικ

4. Kasse οικ (Sparbank):

5. Kasse ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ (Krankenkasse):

6. Kasse (Stahlkiste zur Geldaufbewahrung):

Καταχώριση OpenDict

knapp ΕΠΊΡΡ

Καταχώριση OpenDict

knapp ΕΠΊΘ

knappe Sprache ΛΟΓΟΤ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
in knappen Worten
knapp <knapper, am knapp(e)sten>
clipped style
knapp <knapper, am knapp(e)sten>
cash-strapped οικ
knapp bei Kasse κατηγορ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

knapp ΕΠΊΘ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Politik des knappen Geldes phrase ΚΡΆΤΟς

knapp behauptet phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Politik des knappen Geldes θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der Wunsch nach einer knappen, tatbestandsgenauen juristischen Fachsprache führt zu einer starken Nominalisierung von Tätigkeitswörtern, was wiederum zu einem erhöhten Rückgriff auf Adjektive (nicht auf Adverbien) führt.
de.wikipedia.org
Sie konnten noch mit einem knappen Händedruck und einem freundlichen Segensspruch verabschiedet werden.
de.wikipedia.org
Schon bald drängten die Probleme um den Einsatz der knappen und in anderen Regionen abkommandierten Spieler nach einer Flexibilisierung des Spielrechts.
de.wikipedia.org
Vom vermeintlichen Wassereinbruch werden mehrere Sagen erzählt, die vom Übermut und der Mordlust der reichen und betrunkenen Knappen erzählt.
de.wikipedia.org
Dort avancierte er zum Stammspieler, absolvierte 51 Oberligaspiele für die Knappen und erzielte dabei 13 Tore.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "knappen" σε άλλες γλώσσες