Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Stocken
steueroptimierter Fonds

στο λεξικό PONS

op·ti·mize [ˈɒptɪmaɪz, αμερικ ˈɑ:ptə-] ΡΉΜΑ μεταβ

I. fund [fʌnd] ΟΥΣ

1. fund (stock of money):

Fonds αρσ <-, ->
Notfonds αρσ <-, ->
Pensionsfonds αρσ <-, ->
Pensionskasse θηλ <-, -n>
Tilgungsfonds αρσ <-, ->
Amortisationsfonds αρσ <-, ->

2. fund (money invested):

Investmentfonds αρσ <-, ->

3. fund (money):

Eigenkapital ουδ <-s, -e>
to be in funds person
gut bei Kasse sein οικ
to be in funds institution
[für etw αιτ] Geld [o. Spenden] sammeln

4. fund μτφ (source):

Vorrat αρσ <-(e)s, -rä·te> an +δοτ

II. fund [fʌnd] ΡΉΜΑ μεταβ

to fund sth (invest)
in etw αιτ investieren
to fund debts ΧΡΗΜΑΤΟΠ

I. tax <pl -es> [tæks] ΟΥΣ

1. tax ΧΡΗΜΑΤΟΠ (levy):

Steuer θηλ <-, -n>
Abgabe θηλ <-, -n>
Gewerbekapitalsteuer θηλ <-, -n>
council βρετ[or αμερικ local]taxes
council βρετ[or αμερικ local]taxes
Gemeindesteuer θηλ <-, -n> CH
Quellensteuer θηλ <-, -n>
Gewinnbesteuerung θηλ <-, -en>
Einkommenssteuer θηλ <-, -n>
Ertragsteuer αρσ <-, -n>
Kraftfahrzeugsteuer θηλ <-, -n>
Motorfahrzeugsteuer θηλ <-, -n> CH
Vermögenssteuer θηλ <-, -n>
indirect [or αμερικ also hidden]taxes
to impose [or put] a tax on sth
to pay tax on sth

2. tax no pl (levying):

Besteuerung θηλ <-, -en>
Doppelbesteuerung θηλ <-, -en>

3. tax μτφ:

Belastung θηλ <-, -en> für +αιτ
Beanspruchung θηλ <-, -en> +γεν

II. tax [tæks] ΟΥΣ modifier

tax (advantages, declaration, progression):

III. tax [tæks] ΡΉΜΑ μεταβ

1. tax (levy):

to tax sb/sth
jdn/etw besteuern

2. tax μτφ:

to tax sb/sth (burden)
jdn/etw belasten
to tax sb/sth (make demands)
to tax sb with sth (confront)
jdn einer S. γεν beschuldigen [o. bezichtigen]
Καταχώριση OpenDict

fund ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

tax optimized fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

optimize ΡΉΜΑ μεταβ CTRL

fund ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Fonds αρσ
Present
Ioptimize
youoptimize
he/she/itoptimizes
weoptimize
youoptimize
theyoptimize
Past
Ioptimized
youoptimized
he/she/itoptimized
weoptimized
youoptimized
theyoptimized
Present Perfect
Ihaveoptimized
youhaveoptimized
he/she/ithasoptimized
wehaveoptimized
youhaveoptimized
theyhaveoptimized
Past Perfect
Ihadoptimized
youhadoptimized
he/she/ithadoptimized
wehadoptimized
youhadoptimized
theyhadoptimized

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.