Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Knallkopp
gebügelt

στο λεξικό PONS

I. iron [ˈaɪən, αμερικ -ɚn] ΟΥΣ

1. iron no pl (element, metal):

Eisen ουδ <-s, ->

2. iron ΙΑΤΡ:

Eisen ουδ <-s, ->

3. iron μτφ:

4. iron (appliance):

[Bügel]eisen ουδ
Dampfbügeleisen ουδ <-s, ->

5. iron (branding instrument):

Brandeisen ουδ

6. iron ΑΘΛ (club):

Golfschläger αρσ <-s, ->

7. iron (shoe):

[Huf]eisen ουδ

8. iron (ring):

9. iron (weapon):

Eisen ουδ <-s, ->
Schwert ουδ <-(e)s, -er>

ιδιωτισμοί:

strike while the iron is hot παροιμ

II. iron [ˈaɪən, αμερικ -ɚn] ΟΥΣ modifier

iron (bar, mine, railing):

III. iron [ˈaɪən, αμερικ -ɚn] ΕΠΊΘ

1. iron μτφ (strict):

2. iron μτφ (strong):

IV. iron [ˈaɪən, αμερικ -ɚn] ΡΉΜΑ μεταβ

to iron sth
to iron sth
CH a. etw αιτ glätten

V. iron [ˈaɪən, αμερικ -ɚn] ΡΉΜΑ αμετάβ

CH a. glätten

ˈwaf·fle iron ΟΥΣ

Waffeleisen ουδ <-s, ->

I. wrought ˈiron ΟΥΣ no pl

Schmiedeeisen ουδ <-s, ->

II. wrought ˈiron ΕΠΊΘ κατηγορ, αμετάβλ

ˈiron man ΟΥΣ

1. iron man:

Arbeitstier ουδ <-(e)s, -e> οικ χιουμ

2. iron man (machine):

[Stahl]roboter αρσ

3. iron man αμερικ αργκ (money):

I. cast ˈiron ΟΥΣ no pl

Gusseisen ουδ <-s> kein pl

II. cast ˈiron ΟΥΣ modifier

1. cast iron (made of cast iron):

cast iron (bracket, cooking pot, nail)

2. cast iron (firm):

3. cast iron (certain):

ein festes [o. λογοτεχνικό ehernes] Versprechen

ˈflat iron ΟΥΣ ιστ

Bügeleisen ουδ <-s, ->

I. iron ˈcur·tain ΟΥΣ

1. iron curtain ΠΟΛΙΤ ιστ (boundary):

2. iron curtain μτφ (barrier):

Abschottung θηλ <-, -en>
Schranke θηλ <-, -n>

II. iron ˈcur·tain ΟΥΣ modifier

ˈiron ra·tion ΟΥΣ dated

Καταχώριση OpenDict

iron-grey, iron-gray ΕΠΊΘ

Καταχώριση OpenDict

flat iron ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

iron (ore) [ˈaɪənˌɔː] ΟΥΣ

iron oxide [ˈaɪənˌɒksaɪd] ΟΥΣ

iron and steel production ΟΥΣ

iron and steel works ΟΥΣ

smelting (of iron) ΟΥΣ

iron pan, hardpan ΟΥΣ

Ortstein (feste, kaum durchlässige Schicht)

iron and steel industry [ˌaɪənændˈstiːlˌɪndəstri] ΟΥΣ

corrugated-iron hut [ˌkɒrəɡeɪtɪdˈaɪənˌhʌt] ΟΥΣ

iron and steel manufacturing industry

the Iron Curtain ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

iron sulphide, iron mineral ΟΥΣ

iron salt ΟΥΣ

availability of iron ΟΥΣ

bog iron ore [ˌbɒɡˈaɪənɔː] ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

tamping iron

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈiron hold·er ΟΥΣ ΤΕΧΝΟΛ

ˈsol·der·ing iron tip ΟΥΣ

Present
Iiron
youiron
he/she/itirons
weiron
youiron
theyiron
Past
Iironed
youironed
he/she/itironed
weironed
youironed
theyironed
Present Perfect
Ihaveironed
youhaveironed
he/she/ithasironed
wehaveironed
youhaveironed
theyhaveironed
Past Perfect
Ihadironed
youhadironed
he/she/ithadironed
wehadironed
youhadironed
theyhadironed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος