Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
luck [βρετ lʌk, αμερικ lək] ΟΥΣ
1. luck (fortune):
2. luck (good fortune):
I. ill [βρετ ɪl, αμερικ ɪl] ΟΥΣ
II. ill [βρετ ɪl, αμερικ ɪl] ΕΠΊΘ
1. ill (having particular illness):
III. ill [βρετ ɪl, αμερικ ɪl] ΕΠΊΡΡ τυπικ
1. ill (badly):
I'll [βρετ ʌɪl, αμερικ aɪl]
I'll → I shall, → I will
στο λεξικό PONS
luck [lʌk] ΟΥΣ no πλ
1. luck ((good) fortune):
I'll [aɪl]
I'll = I will, will
I. will2 [wɪl] ΟΥΣ
1. will no πλ (faculty):
will1 <would, would> [wɪl] ΡΉΜΑ βοηθ ρήμα
1. will (expressing future):
2. will (polite form):
3. will (wish, agree):
4. will (emphatic):
5. will (explaining a procedure):
I. ill [ɪl] ΕΠΊΘ
II. ill [ɪl] ΕΠΊΡΡ
luck [lʌk] ΟΥΣ
1. luck ((good) fortune):
I. ill [ɪl] ΕΠΊΘ
II. ill [ɪl] ΕΠΊΡΡ
I'll [aɪl]
I'll = I will, will
I. will2 [wɪl] ΟΥΣ
1. will (faculty):
will1 <would, would> [wɪl] ΡΉΜΑ βοηθ ρήμα
1. will (expressing future):
2. will (polite form):
3. will (wish, agree):
4. will (emphatic):
5. will (explaining a procedure):
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.